HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ασθενώ — definition

Conjugation of ασθενώ

Regular CEFR B1
a.sθeˈno

αρρωσταίνω, νοσώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ασθενώ
εσύ ασθενείς
αυτός / αυτή / αυτό ασθενεί
εμείς ασθενούμε
εσείς ασθενείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ασθενούν
Παρατατικός
εγώ ασθενούσα
εσύ ασθενούσες
αυτός / αυτή / αυτό ασθενούσε
εμείς ασθενούσαμε
εσείς ασθενούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ασθενούσαν
Αόριστος
εγώ ασθένησα
εσύ ασθένησες
αυτός / αυτή / αυτό ασθένησε
εμείς ασθενήσαμε
εσείς ασθενήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ασθένησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ασθενήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ασθενήσω
εσύ ασθενήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ασθενήσει
εμείς ασθενήσουμε
εσείς ασθενήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ασθενήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ασθενείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ασθένησε
εσείς ασθενήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ασθενήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary