HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ασελγώ — definition

Conjugation of ασελγώ

Regular CEFR B1
aselˈɣo

είμαι ασελγής, κάνω ασελγείς πράξεις Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ασελγώ
εσύ ασελγείς
αυτός / αυτή / αυτό ασελγεί
εμείς ασελγούμε
εσείς ασελγείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ασελγούν
Παρατατικός
εγώ ασελγούσα
εσύ ασελγούσες
αυτός / αυτή / αυτό ασελγούσε
εμείς ασελγούσαμε
εσείς ασελγούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ασελγούσαν
Αόριστος
εγώ ασέλγησα
εσύ ασέλγησες
αυτός / αυτή / αυτό ασέλγησε
εμείς ασελγήσαμε
εσείς ασελγήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ασέλγησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ασελγήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ασελγήσω
εσύ ασελγήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ασελγήσει
εμείς ασελγήσουμε
εσείς ασελγήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ασελγήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ασελγείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ασέλγησε
εσείς ασελγήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ασελγήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary