Conjugation of αρταίνω
aɾˈte.noπαρέχω σε περίοδο νηστείας μη νηστίσιμη τροφή Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αρταίνω |
| εσύ | αρταίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αρταίνει |
| εμείς | αρταίνουμε |
| εσείς | αρταίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αρταίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | άρταινα |
| εσύ | άρταινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άρταινε |
| εμείς | αρταίναμε |
| εσείς | αρταίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άρταιναν |
Αόριστος
| εγώ | άρτυσα |
| εσύ | άρτυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άρτυσε |
| εμείς | αρτύσαμε |
| εσείς | αρτύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άρτυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αρτύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αρτύσω |
| εσύ | αρτύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αρτύσει |
| εμείς | αρτύσουμε |
| εσείς | αρτύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αρτύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | άρταινε |
| εσείς | αρταίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | άρτυσε |
| εσείς | αρτύνετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αρτύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αρταίνομαι |
| εσύ | αρταίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αρταίνεται |
| εμείς | αρταινόμαστε |
| εσείς | αρταίνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αρταίνονται |
Παρατατικός
| εγώ | αρταινόμουν |
| εσύ | αρταινόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αρταινόταν |
| εμείς | αρταινόμασταν |
| εσείς | αρταινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αρταίνονταν |
Αόριστος
| εγώ | αρτύθηκα |
| εσύ | αρτύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αρτύθηκε |
| εμείς | αρτυθήκαμε |
| εσείς | αρτυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αρτύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αρτυθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αρτυθώ |
| εσύ | αρτυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αρτυθεί |
| εμείς | αρτυθούμε |
| εσείς | αρτυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αρτυθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αρταίνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αρτύσου |
| εσείς | αρτυθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αρτυθεί |