HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αρταίνω — definition

Conjugation of αρταίνω

Regular CEFR B1
aɾˈte.no

παρέχω σε περίοδο νηστείας μη νηστίσιμη τροφή Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αρταίνω
εσύ αρταίνεις
αυτός / αυτή / αυτό αρταίνει
εμείς αρταίνουμε
εσείς αρταίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αρταίνουν
Παρατατικός
εγώ άρταινα
εσύ άρταινες
αυτός / αυτή / αυτό άρταινε
εμείς αρταίναμε
εσείς αρταίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά άρταιναν
Αόριστος
εγώ άρτυσα
εσύ άρτυσες
αυτός / αυτή / αυτό άρτυσε
εμείς αρτύσαμε
εσείς αρτύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά άρτυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρτύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αρτύσω
εσύ αρτύσεις
αυτός / αυτή / αυτό αρτύσει
εμείς αρτύσουμε
εσείς αρτύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αρτύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άρταινε
εσείς αρταίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άρτυσε
εσείς αρτύνετε
Απαρέμφατο αορίστου
αρτύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αρταίνομαι
εσύ αρταίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αρταίνεται
εμείς αρταινόμαστε
εσείς αρταίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αρταίνονται
Παρατατικός
εγώ αρταινόμουν
εσύ αρταινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αρταινόταν
εμείς αρταινόμασταν
εσείς αρταινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αρταίνονταν
Αόριστος
εγώ αρτύθηκα
εσύ αρτύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αρτύθηκε
εμείς αρτυθήκαμε
εσείς αρτυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αρτύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρτυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αρτυθώ
εσύ αρτυθείς
αυτός / αυτή / αυτό αρτυθεί
εμείς αρτυθούμε
εσείς αρτυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αρτυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αρταίνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αρτύσου
εσείς αρτυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αρτυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary