HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αρπάζω — definition

Conjugation of αρπάζω

Regular CEFR C2
aɾˈpa.zo

πιάνω κάτι με ορμητική κίνηση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αρπάζω
εσύ αρπάζεις
αυτός / αυτή / αυτό αρπάζει
εμείς αρπάζουμε
εσείς αρπάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αρπάζουν
Παρατατικός
εγώ άρπαζα
εσύ άρπαζες
αυτός / αυτή / αυτό άρπαζε
εμείς αρπάζαμε
εσείς αρπάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά άρπαζαν
Αόριστος
εγώ άρπαξα
εσύ άρπαξες
αυτός / αυτή / αυτό άρπαξε
εμείς αρπάξαμε
εσείς αρπάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά άρπαξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρπάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αρπάξω
εσύ αρπάξεις
αυτός / αυτή / αυτό αρπάξει
εμείς αρπάξουμε
εσείς αρπάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά αρπάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άρπαζε
εσείς αρπάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άρπαξε
εσείς αρπάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
αρπάξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αρπάζομαι
εσύ αρπάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αρπάζεται
εμείς αρπαζόμαστε
εσείς αρπάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αρπάζονται
Παρατατικός
εγώ αρπαζόμουν
εσύ αρπαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αρπαζόταν
εμείς αρπαζόμασταν
εσείς αρπαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αρπάζονταν
Αόριστος
εγώ αρπάχτηκα
εσύ αρπάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό αρπάχτηκε
εμείς αρπαχτήκαμε
εσείς αρπαχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αρπάχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρπαχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αρπαχτώ
εσύ αρπαχτείς
αυτός / αυτή / αυτό αρπαχτεί
εμείς αρπαχτούμε
εσείς αρπαχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αρπαχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αρπάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αρπάξου
εσείς αρπαχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αρπαχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary