HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αρμενίζω — definition

Conjugation of αρμενίζω

Regular CEFR B2
aɾ.meˈni.zo

ταξιδεύω με ανοιχτά πανιά, πλέω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αρμενίζω
εσύ αρμενίζεις
αυτός / αυτή / αυτό αρμενίζει
εμείς αρμενίζουμε
εσείς αρμενίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αρμενίζουν
Παρατατικός
εγώ αρμένιζα
εσύ αρμένιζες
αυτός / αυτή / αυτό αρμένιζε
εμείς αρμενίζαμε
εσείς αρμενίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αρμένιζαν
Αόριστος
εγώ αρμένισα
εσύ αρμένισες
αυτός / αυτή / αυτό αρμένισε
εμείς αρμενίσαμε
εσείς αρμενίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αρμένισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρμενίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αρμενίσω
εσύ αρμενίσεις
αυτός / αυτή / αυτό αρμενίσει
εμείς αρμενίσουμε
εσείς αρμενίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αρμενίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αρμένιζε
εσείς αρμενίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αρμένισε
εσείς αρμενίστε
Απαρέμφατο αορίστου
αρμενίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary