HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αρματώνω — definition

Conjugation of αρματώνω

Regular CEFR B2
aɾ.maˈto.no

βάζω σε καράβι τον κατάλληλο εξοπλισμό, εξαρτήματα ή άλλα όργανα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αρματώνω
εσύ αρματώνεις
αυτός / αυτή / αυτό αρματώνει
εμείς αρματώνουμε
εσείς αρματώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αρματώνουν
Παρατατικός
εγώ αρμάτωνα
εσύ αρμάτωνες
αυτός / αυτή / αυτό αρμάτωνε
εμείς αρματώναμε
εσείς αρματώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά αρμάτωναν
Αόριστος
εγώ αρμάτωσα
εσύ αρμάτωσες
αυτός / αυτή / αυτό αρμάτωσε
εμείς αρματώσαμε
εσείς αρματώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αρμάτωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρματώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αρματώσω
εσύ αρματώσεις
αυτός / αυτή / αυτό αρματώσει
εμείς αρματώσουμε
εσείς αρματώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αρματώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αρμάτωνε
εσείς αρματώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αρμάτωσε
εσείς αρματώστε
Απαρέμφατο αορίστου
αρματώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αρματώνομαι
εσύ αρματώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αρματώνεται
εμείς αρματωνόμαστε
εσείς αρματώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αρματώνονται
Παρατατικός
εγώ αρματωνόμουν
εσύ αρματωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αρματωνόταν
εμείς αρματωνόμασταν
εσείς αρματωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αρματώνονταν
Αόριστος
εγώ αρματώθηκα
εσύ αρματώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αρματώθηκε
εμείς αρματωθήκαμε
εσείς αρματωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αρματώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρματωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αρματωθώ
εσύ αρματωθείς
αυτός / αυτή / αυτό αρματωθεί
εμείς αρματωθούμε
εσείς αρματωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αρματωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αρματώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αρματώσου
εσείς αρματωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αρματωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary