HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αρκώ — definition

Conjugation of αρκώ

Regular CEFR B1
aɾˈko

είμαι αρκετός Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αρκώ
εσύ αρκείς
αυτός / αυτή / αυτό αρκεί
εμείς αρκούμε
εσείς αρκείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αρκούν
Παρατατικός
εγώ αρκούσα
εσύ αρκούσες
αυτός / αυτή / αυτό αρκούσε
εμείς αρκούσαμε
εσείς αρκούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αρκούσαν
Αόριστος
εγώ άρκεσα
εσύ άρκεσες
αυτός / αυτή / αυτό άρκεσε
εμείς αρκέσαμε
εσείς αρκέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά άρκεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρκέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αρκέσω
εσύ αρκέσεις
αυτός / αυτή / αυτό αρκέσει
εμείς αρκέσουμε
εσείς αρκέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αρκέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αρκείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άρκεσε
εσείς αρκέστε
Απαρέμφατο αορίστου
αρκέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αρκούμαι
εσύ αρκείσαι
αυτός / αυτή / αυτό αρκείται
εμείς αρκούμαστε
εσείς αρκείστε
αυτοί / αυτές / αυτά αρκούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό αρκούνταν
εμείς αρκούμασταν
εσείς [αρκούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά αρκούνταν
Αόριστος
εγώ αρκέστηκα
εσύ αρκέστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αρκέστηκε
εμείς αρκεστήκαμε
εσείς αρκεστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αρκέστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρκεστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αρκεστώ
εσύ αρκεστείς
αυτός / αυτή / αυτό αρκεστεί
εμείς αρκεστούμε
εσείς αρκεστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αρκεστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αρκείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αρκέσου
εσείς αρκεστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αρκεστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary