Conjugation of αριβάρω
a.ɾiˈva.ɾoέρχομαι, εμφανίζομαι χωρίς να με αναμένουν, ξαφνικά ή απρόσκλητος Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αριβάρω |
| εσύ | αριβάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αριβάρει |
| εμείς | αριβάρουμε |
| εσείς | αριβάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αριβάρουν |
Παρατατικός
| εγώ | αριβάριζα |
| εσύ | αριβάριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αριβάριζε |
| εμείς | αριβάραμε |
| εσείς | αριβάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αριβάριζαν |
Αόριστος
| εγώ | αριβάρισα |
| εσύ | αριβάρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αριβάρισε |
| εμείς | αριβάραμε |
| εσείς | αριβάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αριβάρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αριβάρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αριβάρω |
| εσύ | αριβάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αριβάρει |
| εμείς | αριβάρουμε |
| εσείς | αριβάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αριβάρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αριβάριζε |
| εσείς | αριβάρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αριβάρισε |
| εσείς | αριβάρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αριβάρει |