HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αριβάρω — definition

Conjugation of αριβάρω

Regular CEFR B1
a.ɾiˈva.ɾo

έρχομαι, εμφανίζομαι χωρίς να με αναμένουν, ξαφνικά ή απρόσκλητος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αριβάρω
εσύ αριβάρεις
αυτός / αυτή / αυτό αριβάρει
εμείς αριβάρουμε
εσείς αριβάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά αριβάρουν
Παρατατικός
εγώ αριβάριζα
εσύ αριβάριζες
αυτός / αυτή / αυτό αριβάριζε
εμείς αριβάραμε
εσείς αριβάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά αριβάριζαν
Αόριστος
εγώ αριβάρισα
εσύ αριβάρισες
αυτός / αυτή / αυτό αριβάρισε
εμείς αριβάραμε
εσείς αριβάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά αριβάρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αριβάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αριβάρω
εσύ αριβάρεις
αυτός / αυτή / αυτό αριβάρει
εμείς αριβάρουμε
εσείς αριβάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά αριβάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αριβάριζε
εσείς αριβάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αριβάρισε
εσείς αριβάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
αριβάρει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary