HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αρδεύω — definition

Conjugation of αρδεύω

Regular CEFR B1
aɾˈðe.vo

ποτίζω καλλιεργούμενη γη με διοχέτευση νερού Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αρδεύω
εσύ αρδεύεις
αυτός / αυτή / αυτό αρδεύει
εμείς αρδεύουμε
εσείς αρδεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά αρδεύουν
Παρατατικός
εγώ άρδευα
εσύ άρδευες
αυτός / αυτή / αυτό άρδευε
εμείς αρδεύαμε
εσείς αρδεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά άρδευαν
Αόριστος
εγώ άρδευσα
εσύ άρδευσες
αυτός / αυτή / αυτό άρδευσε
εμείς αρδεύσαμε
εσείς αρδεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά άρδευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρδεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αρδεύσω
εσύ αρδεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό αρδεύσει
εμείς αρδεύσουμε
εσείς αρδεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αρδεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άρδευε
εσείς αρδεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άρδευσε
εσείς αρδεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
αρδεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αρδεύομαι
εσύ αρδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αρδεύεται
εμείς αρδευόμαστε
εσείς αρδεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αρδεύονται
Παρατατικός
εγώ αρδευόμουν
εσύ αρδευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αρδευόταν
εμείς αρδευόμασταν
εσείς αρδευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αρδεύονταν
Αόριστος
εγώ αρδεύτηκα
εσύ αρδεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό αρδεύτηκε
εμείς αρδευτήκαμε
εσείς αρδευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αρδεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρδευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αρδευτώ
εσύ αρδευτείς
αυτός / αυτή / αυτό αρδευτεί
εμείς αρδευτούμε
εσείς αρδευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αρδευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αρδεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αρδεύσου
εσείς αρδευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αρδευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary