Conjugation of αποχωρώ
a.po.xoˈɾoπαύω να συμμετέχω σε μια συνεδρίαση ή μια συλλογική οντότητα (συμμαχία, ένωση, κόμμα κ.λπ.) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποχωρώ |
| εσύ | αποχωρείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποχωρεί |
| εμείς | αποχωρούμε |
| εσείς | αποχωρείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποχωρούν |
Παρατατικός
| εγώ | αποχωρούσα |
| εσύ | αποχωρούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποχωρούσε |
| εμείς | αποχωρούσαμε |
| εσείς | αποχωρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποχωρούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αποχώρησα |
| εσύ | αποχώρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποχώρησε |
| εμείς | αποχωρήσαμε |
| εσείς | αποχωρήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποχώρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποχωρήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποχωρήσω |
| εσύ | αποχωρήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποχωρήσει |
| εμείς | αποχωρήσουμε |
| εσείς | αποχωρήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποχωρήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποχωρείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποχώρησε |
| εσείς | αποχωρήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποχωρήσει |