HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποχωρώ — definition

Conjugation of αποχωρώ

Regular CEFR C2
a.po.xoˈɾo

παύω να συμμετέχω σε μια συνεδρίαση ή μια συλλογική οντότητα (συμμαχία, ένωση, κόμμα κ.λπ.) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποχωρώ
εσύ αποχωρείς
αυτός / αυτή / αυτό αποχωρεί
εμείς αποχωρούμε
εσείς αποχωρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποχωρούν
Παρατατικός
εγώ αποχωρούσα
εσύ αποχωρούσες
αυτός / αυτή / αυτό αποχωρούσε
εμείς αποχωρούσαμε
εσείς αποχωρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποχωρούσαν
Αόριστος
εγώ αποχώρησα
εσύ αποχώρησες
αυτός / αυτή / αυτό αποχώρησε
εμείς αποχωρήσαμε
εσείς αποχωρήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποχώρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποχωρήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποχωρήσω
εσύ αποχωρήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποχωρήσει
εμείς αποχωρήσουμε
εσείς αποχωρήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποχωρήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποχωρείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποχώρησε
εσείς αποχωρήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποχωρήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary