Conjugation of αποφοιτώ
a.po.fiˈtoολοκληρώνω τη φοίτηση και αποχωρώ με το σχετικό πιστοποιητικό από κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα (σχολείο, πανεπιστήμιο κ.λπ.) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποφοιτώ |
| εσύ | αποφοιτάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποφοιτά |
| εμείς | αποφοιτούμε |
| εσείς | αποφοιτάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποφοιτούν |
Παρατατικός
| εγώ | αποφοιτούσα |
| εσύ | αποφοιτούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποφοιτούσε |
| εμείς | αποφοιτούσαμε |
| εσείς | αποφοιτούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποφοιτούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αποφοίτησα |
| εσύ | αποφοίτησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποφοίτησε |
| εμείς | αποφοιτήσαμε |
| εσείς | αποφοιτήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποφοίτησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποφοιτήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποφοιτήσω |
| εσύ | αποφοιτήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποφοιτήσει |
| εμείς | αποφοιτήσουμε |
| εσείς | αποφοιτήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποφοιτήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποφοιτάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποφοίτησε |
| εσείς | αποφοιτήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποφοιτήσει |