HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποφοιτώ — definition

Conjugation of αποφοιτώ

Regular CEFR B2
a.po.fiˈto

ολοκληρώνω τη φοίτηση και αποχωρώ με το σχετικό πιστοποιητικό από κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα (σχολείο, πανεπιστήμιο κ.λπ.) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποφοιτώ
εσύ αποφοιτάς
αυτός / αυτή / αυτό αποφοιτά
εμείς αποφοιτούμε
εσείς αποφοιτάτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποφοιτούν
Παρατατικός
εγώ αποφοιτούσα
εσύ αποφοιτούσες
αυτός / αυτή / αυτό αποφοιτούσε
εμείς αποφοιτούσαμε
εσείς αποφοιτούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποφοιτούσαν
Αόριστος
εγώ αποφοίτησα
εσύ αποφοίτησες
αυτός / αυτή / αυτό αποφοίτησε
εμείς αποφοιτήσαμε
εσείς αποφοιτήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποφοίτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποφοιτήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποφοιτήσω
εσύ αποφοιτήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποφοιτήσει
εμείς αποφοιτήσουμε
εσείς αποφοιτήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποφοιτήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποφοιτάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποφοίτησε
εσείς αποφοιτήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποφοιτήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary