HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποφεύγω — definition

Conjugation of αποφεύγω

Regular CEFR C2
a.poˈfev.ɣo

προσπαθώ να κρατηθώ μακριά από κάποιον ή κάτι ενοχλητικό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποφεύγω
εσύ αποφεύγεις
αυτός / αυτή / αυτό αποφεύγει
εμείς αποφεύγουμε
εσείς αποφεύγετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποφεύγουν
Παρατατικός
εγώ απέφευγα
εσύ απέφευγες
αυτός / αυτή / αυτό απέφευγε
εμείς αποφεύγαμε
εσείς αποφεύγατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέφευγαν
Αόριστος
εγώ απέφυγα
εσύ απέφυγες
αυτός / αυτή / αυτό απέφυγε
εμείς αποφύγαμε
εσείς αποφύγατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέφυγαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποφύγω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποφύγω
εσύ αποφύγεις
αυτός / αυτή / αυτό αποφύγει
εμείς αποφύγουμε
εσείς αποφύγετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποφύγουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απόφευγε
εσείς αποφεύγετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απόφυγε
εσείς αποφύγετε
Απαρέμφατο αορίστου
αποφύγει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποφεύγομαι
εσύ αποφεύγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποφεύγεται
εμείς αποφευγόμαστε
εσείς αποφεύγεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποφεύγονται
Παρατατικός
εγώ αποφευγόμουν
εσύ αποφευγόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αποφευγόταν
εμείς αποφευγόμασταν
εσείς αποφευγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αποφεύγονταν
Αόριστος
εγώ αποφεύχθηκα
εσύ αποφεύχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποφεύχθηκα
εμείς αποφευχθήκαμε
εσείς αποφευχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποφεύχθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποφευχθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποφευχθώ
εσύ αποφευχθείς
αυτός / αυτή / αυτό αποφευχθεί
εμείς αποφευχθούμε
εσείς αποφευχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποφευχθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποφεύγεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς αποφευχθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποφευχθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary