Conjugation of αποτυπώνω
σχηματίζω το περίγραμμα ενός αντικειμένου πάνω σε μία επιφάνεια Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποτυπώνω |
| εσύ | αποτυπώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποτυπώνει |
| εμείς | αποτυπώνουμε |
| εσείς | αποτυπώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποτυπώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | αποτύπωνα |
| εσύ | αποτύπωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποτύπωνε |
| εμείς | αποτυπώναμε |
| εσείς | αποτυπώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποτύπωναν |
Αόριστος
| εγώ | αποτύπωσα |
| εσύ | αποτύπωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποτύπωσε |
| εμείς | αποτυπώσαμε |
| εσείς | αποτυπώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποτύπωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποτυπώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποτυπώσω |
| εσύ | αποτυπώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποτυπώσει |
| εμείς | αποτυπώσουμε |
| εσείς | αποτυπώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποτυπώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αποτύπωνε |
| εσείς | αποτυπώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποτύπωσε |
| εσείς | αποτυπώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποτυπώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποτυπώνομαι |
| εσύ | αποτυπώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποτυπώνεται |
| εμείς | αποτυπωνόμαστε |
| εσείς | αποτυπώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποτυπώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | αποτυπωνόμουν |
| εσύ | αποτυπωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποτυπωνόταν |
| εμείς | αποτυπωνόμασταν |
| εσείς | αποτυπωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποτυπώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | αποτυπώθηκα |
| εσύ | αποτυπώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποτυπώθηκε |
| εμείς | αποτυπωθήκαμε |
| εσείς | αποτυπωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποτυπώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποτυπωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποτυπωθώ |
| εσύ | αποτυπωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποτυπωθεί |
| εμείς | αποτυπωθούμε |
| εσείς | αποτυπωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποτυπωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποτυπώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποτυπώσου |
| εσείς | αποτυπωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποτυπωθεί |