Conjugation of αποσυνδέω
a.po.sinˈðe.oπαύω να συσχετίζω ή να συνεξετάζω πράγματα που μέχρι πρότινος θεωρούσα σχετικά μεταξύ τους Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποσυνδέω |
| εσύ | αποσυνδέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσυνδέει |
| εμείς | αποσυνδέουμε |
| εσείς | αποσυνδέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσυνδέουν |
Παρατατικός
| εγώ | αποσύνδεα |
| εσύ | αποσύνδεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσύνδεε |
| εμείς | αποσυνδέαμε |
| εσείς | αποσυνδέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσύνδεαν |
Αόριστος
| εγώ | αποσύνδεσα |
| εσύ | αποσύνδεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσύνδεσε |
| εμείς | αποσυνδέσαμε |
| εσείς | αποσυνδέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσύνδεσαv |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποσυνδέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποσυνδέσω |
| εσύ | αποσυνδέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσυνδέσει |
| εμείς | αποσυνδέσουμε |
| εσείς | αποσυνδέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσυνδέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αποσύνδεε |
| εσείς | αποσυνδέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποσύνδεσε |
| εσείς | αποσυνδέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποσυνδέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποσυνδέομαι |
| εσύ | αποσυνδέεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσυνδέεται |
| εμείς | αποσυνδεόμαστε |
| εσείς | αποσυνδέεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσυνδέονται |
Παρατατικός
| εγώ | αποσυνδεόμουν |
| εσύ | αποσυνδεόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσυνδεόταν |
| εμείς | αποσυνδεόμασταν |
| εσείς | αποσυνδεόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσυνδέονταν |
Αόριστος
| εγώ | αποσυνδέθηκα |
| εσύ | αποσυνδέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσυνδέθηκε |
| εμείς | αποσυνδεθήκαμε |
| εσείς | αποσυνδεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσυνδέθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποσυνδεθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποσυνδεθώ |
| εσύ | αποσυνδεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσυνδεθεί |
| εμείς | αποσυνδεθούμε |
| εσείς | αποσυνδεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσυνδεθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποσυνδέεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποσυνδέσου |
| εσείς | αποσυνδεθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποσυνδεθεί |