Conjugation of αποστηθίζω
a.po.stiˈθi.zoμαθαίνω κάτι απέξω, το απομνημονεύω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποστηθίζω |
| εσύ | αποστηθίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστηθίζει |
| εμείς | αποστηθίζουμε |
| εσείς | αποστηθίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστηθίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | αποστήθιζα |
| εσύ | αποστήθιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστήθιζε |
| εμείς | αποστηθίζαμε |
| εσείς | αποστηθίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστήθιζαν |
Αόριστος
| εγώ | αποστήθισα |
| εσύ | αποστήθισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστήθισε |
| εμείς | αποστηθίσαμε |
| εσείς | αποστηθίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστήθισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποστηθίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποστηθίσω |
| εσύ | αποστηθίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστηθίσει |
| εμείς | αποστηθίσουμε |
| εσείς | αποστηθίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστηθίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αποστήθιζε |
| εσείς | αποστηθίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποστήθισε |
| εσείς | αποστηθίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποστηθίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποστηθίζομαι |
| εσύ | αποστηθίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστηθίζεται |
| εμείς | αποστηθιζόμαστε |
| εσείς | αποστηθίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστηθίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | αποστηθιζόμουν |
| εσύ | αποστηθιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστηθιζόταν |
| εμείς | αποστηθιζόμασταν |
| εσείς | αποστηθιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστηθίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | αποστηθίστηκα |
| εσύ | αποστηθίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστηθίστηκε |
| εμείς | αποστηθιστήκαμε |
| εσείς | αποστηθιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστηθίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποστηθιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποστηθιστώ |
| εσύ | αποστηθιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστηθιστεί |
| εμείς | αποστηθιστούμε |
| εσείς | αποστηθιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστηθιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποστηθίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποστηθίσου |
| εσείς | αποστηθιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποστηθιστεί |