HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποστηθίζω — definition

Conjugation of αποστηθίζω

Regular CEFR B2
a.po.stiˈθi.zo

μαθαίνω κάτι απέξω, το απομνημονεύω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποστηθίζω
εσύ αποστηθίζεις
αυτός / αυτή / αυτό αποστηθίζει
εμείς αποστηθίζουμε
εσείς αποστηθίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστηθίζουν
Παρατατικός
εγώ αποστήθιζα
εσύ αποστήθιζες
αυτός / αυτή / αυτό αποστήθιζε
εμείς αποστηθίζαμε
εσείς αποστηθίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστήθιζαν
Αόριστος
εγώ αποστήθισα
εσύ αποστήθισες
αυτός / αυτή / αυτό αποστήθισε
εμείς αποστηθίσαμε
εσείς αποστηθίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστήθισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποστηθίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποστηθίσω
εσύ αποστηθίσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποστηθίσει
εμείς αποστηθίσουμε
εσείς αποστηθίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστηθίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αποστήθιζε
εσείς αποστηθίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποστήθισε
εσείς αποστηθίστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποστηθίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποστηθίζομαι
εσύ αποστηθίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποστηθίζεται
εμείς αποστηθιζόμαστε
εσείς αποστηθίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστηθίζονται
Παρατατικός
εγώ αποστηθιζόμουν
εσύ αποστηθιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αποστηθιζόταν
εμείς αποστηθιζόμασταν
εσείς αποστηθιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αποστηθίζονταν
Αόριστος
εγώ αποστηθίστηκα
εσύ αποστηθίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποστηθίστηκε
εμείς αποστηθιστήκαμε
εσείς αποστηθιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστηθίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποστηθιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποστηθιστώ
εσύ αποστηθιστείς
αυτός / αυτή / αυτό αποστηθιστεί
εμείς αποστηθιστούμε
εσείς αποστηθιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστηθιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποστηθίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποστηθίσου
εσείς αποστηθιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποστηθιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary