Conjugation of αποστερώ
a.po.steˈroστερώ κάτι από κάποιον, που το έχει στην κατοχή του ή το δικαιούται Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποστερώ |
| εσύ | αποστερείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστερεί |
| εμείς | αποστερούμε |
| εσείς | αποστερείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστερούν |
Παρατατικός
| εγώ | αποστερούσα |
| εσύ | αποστερούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστερούσε |
| εμείς | αποστερούσαμε |
| εσείς | αποστερούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστερούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αποστέρησα |
| εσύ | αποστέρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστέρησε |
| εμείς | αποστερήσαμε |
| εσείς | αποστερήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστέρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποστερήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποστερήσω |
| εσύ | αποστερήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστερήσει |
| εμείς | αποστερήσουμε |
| εσείς | αποστερήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστερήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποστερείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποστέρησε |
| εσείς | αποστερήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποστερήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποστερούμαι |
| εσύ | αποστερείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστερείται |
| εμείς | αποστερούμαστε |
| εσείς | αποστερείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστερούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστερούνταν |
| εμείς | αποστερούμασταν |
| εσείς | [αποστερούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστερούνταν |
Αόριστος
| εγώ | αποστερήθηκα |
| εσύ | αποστερήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστερήθηκε |
| εμείς | αποστερηθήκαμε |
| εσείς | αποστερηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστερήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποστερηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποστερηθώ |
| εσύ | αποστερηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστερηθεί |
| εμείς | αποστερηθούμε |
| εσείς | αποστερηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστερηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποστερείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποστερήσου |
| εσείς | αποστερηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποστερηθεί |