HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποστερώ — definition

Conjugation of αποστερώ

Regular CEFR B2
a.po.steˈro

στερώ κάτι από κάποιον, που το έχει στην κατοχή του ή το δικαιούται Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποστερώ
εσύ αποστερείς
αυτός / αυτή / αυτό αποστερεί
εμείς αποστερούμε
εσείς αποστερείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστερούν
Παρατατικός
εγώ αποστερούσα
εσύ αποστερούσες
αυτός / αυτή / αυτό αποστερούσε
εμείς αποστερούσαμε
εσείς αποστερούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστερούσαν
Αόριστος
εγώ αποστέρησα
εσύ αποστέρησες
αυτός / αυτή / αυτό αποστέρησε
εμείς αποστερήσαμε
εσείς αποστερήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστέρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποστερήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποστερήσω
εσύ αποστερήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποστερήσει
εμείς αποστερήσουμε
εσείς αποστερήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστερήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποστερείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποστέρησε
εσείς αποστερήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποστερήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποστερούμαι
εσύ αποστερείσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποστερείται
εμείς αποστερούμαστε
εσείς αποστερείστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστερούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό αποστερούνταν
εμείς αποστερούμασταν
εσείς [αποστερούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά αποστερούνταν
Αόριστος
εγώ αποστερήθηκα
εσύ αποστερήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποστερήθηκε
εμείς αποστερηθήκαμε
εσείς αποστερηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστερήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποστερηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποστερηθώ
εσύ αποστερηθείς
αυτός / αυτή / αυτό αποστερηθεί
εμείς αποστερηθούμε
εσείς αποστερηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστερηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποστερείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποστερήσου
εσείς αποστερηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποστερηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary