HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποσταίνω — definition

Conjugation of αποσταίνω

Regular CEFR B2
a.poˈste.no

κουράζομαι (ψυχικά ή σωματικά) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποσταίνω
εσύ αποσταίνεις
αυτός / αυτή / αυτό αποσταίνει
εμείς αποσταίνουμε
εσείς αποσταίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσταίνουν
Παρατατικός
εγώ απόσταινα
εσύ απόσταινες
αυτός / αυτή / αυτό απόσταινε
εμείς αποσταίναμε
εσείς αποσταίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά απόσταιναν
Αόριστος
εγώ απόστασα
εσύ απόστασες
αυτός / αυτή / αυτό απόστασε
εμείς αποστάσαμε
εσείς αποστάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απόστασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποστάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποστάσω
εσύ αποστάσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποστάσει
εμείς αποστάσουμε
εσείς αποστάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απόσταινε
εσείς αποσταίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απόστασε
εσείς αποστάστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποστάσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary