HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποστάζω — definition

Conjugation of αποστάζω

Regular CEFR B2
a.poˈsta.zo

κάνω απόσταξη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποστάζω
εσύ αποστάζεις
αυτός / αυτή / αυτό αποστάζει
εμείς αποστάζουμε
εσείς αποστάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστάζουν
Παρατατικός
εγώ απέσταζα
εσύ απέσταζες
αυτός / αυτή / αυτό απέσταζε
εμείς αποστάζαμε
εσείς αποστάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέσταζαν
Αόριστος
εγώ απέσταξα
εσύ απέσταξες
αυτός / αυτή / αυτό απέσταξε
εμείς αποστάξαμε
εσείς αποστάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέσταξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποστάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποστάξω
εσύ αποστάξεις
αυτός / αυτή / αυτό αποστάξει
εμείς αποστάξουμε
εσείς αποστάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απόσταζε
εσείς αποστάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απόσταξε
εσείς αποστάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποστάξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποστάζομαι
εσύ αποστάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποστάζεται
εμείς αποσταζόμαστε
εσείς αποστάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστάζονται
Παρατατικός
εγώ αποσταζόμουν
εσύ αποσταζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αποσταζόταν
εμείς αποσταζόμασταν
εσείς αποσταζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αποστάζονταν
Αόριστος
εγώ αποστάχθηκα
εσύ αποστάχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποστάχθηκε
εμείς αποσταχθήκαμε
εσείς αποσταχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποστάχθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποσταχθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποσταχθώ
εσύ αποσταχθείς
αυτός / αυτή / αυτό αποσταχθεί
εμείς αποσταχθούμε
εσείς αποσταχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσταχθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποστάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποστάξου
εσείς αποσταχθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποσταχθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary