HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποσιωπώ — definition

Conjugation of αποσιωπώ

Regular CEFR B2
a.po.si.oˈpo

δεν αναφέρομαι επίτηδες σε κάτι που γνωρίζω με σκοπό να το κρατήσω κρυφό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποσιωπώ
εσύ αποσιωπάς
αυτός / αυτή / αυτό αποσιωπά
εμείς αποσιωπούμε
εσείς αποσιωπάτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσιωπούν
Παρατατικός
εγώ αποσιωπούσα
εσύ αποσιωπούσες
αυτός / αυτή / αυτό αποσιωπούσε
εμείς αποσιωπούσαμε
εσείς αποσιωπούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσιωπούσαν
Αόριστος
εγώ αποσιώπησα
εσύ αποσιώπησες
αυτός / αυτή / αυτό αποσιώπησε
εμείς αποσιωπήσαμε
εσείς αποσιωπήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσιώπησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποσιωπήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποσιωπήσω
εσύ αποσιωπήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποσιωπήσει
εμείς αποσιωπήσουμε
εσείς αποσιωπήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσιωπήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποσιωπάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποσιώπησε
εσείς αποσιωπήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποσιωπήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποσιωπώμαι
εσύ αποσιωπάσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποσιωπάται
εμείς αποσιωπόμαστε
εσείς αποσιωπάστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσιωπώνται
Αόριστος
εγώ αποσιωπήθηκα
εσύ αποσιωπήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποσιωπήθηκε
εμείς αποσιωπηθήκαμε
εσείς αποσιωπηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσιωπήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποσιωπηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποσιωπηθώ
εσύ αποσιωπηθείς
αυτός / αυτή / αυτό αποσιωπηθεί
εμείς αποσιωπηθούμε
εσείς αποσιωπηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσιωπηθούν
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποσιωπήσου
εσείς αποσιωπηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποσιωπηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary