Conjugation of αποσιωπώ
a.po.si.oˈpoδεν αναφέρομαι επίτηδες σε κάτι που γνωρίζω με σκοπό να το κρατήσω κρυφό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποσιωπώ |
| εσύ | αποσιωπάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσιωπά |
| εμείς | αποσιωπούμε |
| εσείς | αποσιωπάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσιωπούν |
Παρατατικός
| εγώ | αποσιωπούσα |
| εσύ | αποσιωπούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσιωπούσε |
| εμείς | αποσιωπούσαμε |
| εσείς | αποσιωπούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσιωπούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αποσιώπησα |
| εσύ | αποσιώπησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσιώπησε |
| εμείς | αποσιωπήσαμε |
| εσείς | αποσιωπήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσιώπησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποσιωπήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποσιωπήσω |
| εσύ | αποσιωπήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσιωπήσει |
| εμείς | αποσιωπήσουμε |
| εσείς | αποσιωπήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσιωπήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποσιωπάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποσιώπησε |
| εσείς | αποσιωπήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποσιωπήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποσιωπώμαι |
| εσύ | αποσιωπάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσιωπάται |
| εμείς | αποσιωπόμαστε |
| εσείς | αποσιωπάστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσιωπώνται |
Αόριστος
| εγώ | αποσιωπήθηκα |
| εσύ | αποσιωπήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσιωπήθηκε |
| εμείς | αποσιωπηθήκαμε |
| εσείς | αποσιωπηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσιωπήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποσιωπηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποσιωπηθώ |
| εσύ | αποσιωπηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσιωπηθεί |
| εμείς | αποσιωπηθούμε |
| εσείς | αποσιωπηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσιωπηθούν |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποσιωπήσου |
| εσείς | αποσιωπηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποσιωπηθεί |