Conjugation of αποσείω
apoˈsioδιώχνω κάτι από πάνω μου, απαλλάσσω τον εαυτό μου από κάποια ενοχλητική, δυσάρεστη κατάσταση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποσείω |
| εσύ | αποσείεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσείει |
| εμείς | αποσείουμε |
| εσείς | αποσείετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσείουν |
Παρατατικός
| εγώ | απέσεια |
| εσύ | απέσειες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέσειε |
| εμείς | αποσείαμε |
| εσείς | αποσείατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέσειαν |
Αόριστος
| εγώ | απέσεισα |
| εσύ | απέσεισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέσεισε |
| εμείς | αποσείσαμε |
| εσείς | αποσείσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέσεισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποσείσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποσείσω |
| εσύ | αποσείσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσείσει |
| εμείς | αποσείσουμε |
| εσείς | αποσείσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσείσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | απόσειε |
| εσείς | αποσείετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απόσεισε |
| εσείς | αποσείστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποσείσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποσείομαι |
| εσύ | αποσείεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσείεται |
| εμείς | αποσειόμαστε |
| εσείς | αποσείεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσείονται |
Παρατατικός
| εγώ | αποσειόμουν |
| εσύ | αποσειόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσειόταν |
| εμείς | αποσειόμασταν |
| εσείς | αποσειόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσείονταν |
Αόριστος
| εγώ | αποσείστηκα |
| εσύ | αποσείστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσείστηκε |
| εμείς | αποσειστήκαμε |
| εσείς | αποσειστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσείστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποσειστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποσειστώ |
| εσύ | αποσειστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποσειστεί |
| εμείς | αποσειστούμε |
| εσείς | αποσειστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποσειστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποσείεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποσείσου |
| εσείς | αποσειστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποσειστεί |