HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποσείω — definition

Conjugation of αποσείω

Regular CEFR B1
apoˈsio

διώχνω κάτι από πάνω μου, απαλλάσσω τον εαυτό μου από κάποια ενοχλητική, δυσάρεστη κατάσταση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποσείω
εσύ αποσείεις
αυτός / αυτή / αυτό αποσείει
εμείς αποσείουμε
εσείς αποσείετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσείουν
Παρατατικός
εγώ απέσεια
εσύ απέσειες
αυτός / αυτή / αυτό απέσειε
εμείς αποσείαμε
εσείς αποσείατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέσειαν
Αόριστος
εγώ απέσεισα
εσύ απέσεισες
αυτός / αυτή / αυτό απέσεισε
εμείς αποσείσαμε
εσείς αποσείσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέσεισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποσείσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποσείσω
εσύ αποσείσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποσείσει
εμείς αποσείσουμε
εσείς αποσείσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσείσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απόσειε
εσείς αποσείετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απόσεισε
εσείς αποσείστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποσείσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποσείομαι
εσύ αποσείεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποσείεται
εμείς αποσειόμαστε
εσείς αποσείεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσείονται
Παρατατικός
εγώ αποσειόμουν
εσύ αποσειόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αποσειόταν
εμείς αποσειόμασταν
εσείς αποσειόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αποσείονταν
Αόριστος
εγώ αποσείστηκα
εσύ αποσείστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποσείστηκε
εμείς αποσειστήκαμε
εσείς αποσειστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσείστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποσειστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποσειστώ
εσύ αποσειστείς
αυτός / αυτή / αυτό αποσειστεί
εμείς αποσειστούμε
εσείς αποσειστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποσειστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποσείεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποσείσου
εσείς αποσειστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποσειστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary