Conjugation of απορώ
apoˈɾoβρίσκομαι σε αδυναμία να δώσω απάντηση σε κάποιο ερώτημα, δεν καταλαβαίνω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απορώ |
| εσύ | απορείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | απορεί |
| εμείς | απορούμε |
| εσείς | απορείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απορούν |
Παρατατικός
| εγώ | απορούσα |
| εσύ | απορούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απορούσε |
| εμείς | απορούσαμε |
| εσείς | απορούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απορούσαν |
Αόριστος
| εγώ | απόρησα |
| εσύ | απόρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απόρησε |
| εμείς | απορήσαμε |
| εσείς | απορήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απόρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απορήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απορήσω |
| εσύ | απορήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απορήσει |
| εμείς | απορήσουμε |
| εσείς | απορήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απορήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | απορείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απόρησε |
| εσείς | απορήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απορήσει |