HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← απορώ — definition

Conjugation of απορώ

Regular CEFR C1
apoˈɾo

βρίσκομαι σε αδυναμία να δώσω απάντηση σε κάποιο ερώτημα, δεν καταλαβαίνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απορώ
εσύ απορείς
αυτός / αυτή / αυτό απορεί
εμείς απορούμε
εσείς απορείτε
αυτοί / αυτές / αυτά απορούν
Παρατατικός
εγώ απορούσα
εσύ απορούσες
αυτός / αυτή / αυτό απορούσε
εμείς απορούσαμε
εσείς απορούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απορούσαν
Αόριστος
εγώ απόρησα
εσύ απόρησες
αυτός / αυτή / αυτό απόρησε
εμείς απορήσαμε
εσείς απορήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απόρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απορήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απορήσω
εσύ απορήσεις
αυτός / αυτή / αυτό απορήσει
εμείς απορήσουμε
εσείς απορήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά απορήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς απορείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απόρησε
εσείς απορήστε
Απαρέμφατο αορίστου
απορήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary