HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← απορρίπτω — definition

Conjugation of απορρίπτω

Regular CEFR C2
a.poˈɾi.pto

δεν (απο)δέχομαι, δεν εγκρίνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απορρίπτω
εσύ απορρίπτεις
αυτός / αυτή / αυτό απορρίπτει
εμείς απορρίπτουμε
εσείς απορρίπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά απορρίπτουν
Παρατατικός
εγώ απέρριπτα
εσύ απέρριπτες
αυτός / αυτή / αυτό απέρριπτε
εμείς απορρίπταμε
εσείς απορρίπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέρριπταν
Αόριστος
εγώ απέρριψα
εσύ απέρριψες
αυτός / αυτή / αυτό απέρριψε
εμείς απορρίψαμε
εσείς απορρίψατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέρριψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απορρίψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απορρίψω
εσύ απορρίψεις
αυτός / αυτή / αυτό απορρίψει
εμείς απορρίψουμε
εσείς απορρίψετε
αυτοί / αυτές / αυτά απορρίψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απόρριπτε
εσείς απορρίπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απόρριψε
εσείς απορρίψτε
Απαρέμφατο αορίστου
απορρίψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απορρίπτομαι
εσύ απορρίπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό απορρίπτεται
εμείς απορριπτόμαστε
εσείς απορρίπτεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά απορρίπτονται
Παρατατικός
εγώ απορριπτόμουν
εσύ απορριπτόσουν
αυτός / αυτή / αυτό απορριπτόταν
εμείς απορριπτόμασταν
εσείς απορριπτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά απορρίπτονταν
Αόριστος
εγώ απορρίφθηκα
εσύ απορρίφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό απορρίφθηκε
εμείς απορριφθήκαμε
εσείς απορριφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά απορρίφθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απορριφθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απορριφθώ
εσύ απορριφθείς
αυτός / αυτή / αυτό απορριφθεί
εμείς απορριφθούμε
εσείς απορριφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά απορριφθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς απορρίπτεσθε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απορρίψου
εσείς απορριφθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
απορριφθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary