Conjugation of αποπέμπω
a.poˈpem.boδιώχνω για ανθρώπους, τους απομακρύνω με υποτιμητικό τρόπο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποπέμπω |
| εσύ | αποπέμπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποπέμπει |
| εμείς | αποπέμπουμε |
| εσείς | αποπέμπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποπέμπουν |
Παρατατικός
| εγώ | απέπεμπα |
| εσύ | απέπεμπες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέπεμπε |
| εμείς | αποπέμπαμε |
| εσείς | αποπέμπατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέπεμπαν |
Αόριστος
| εγώ | απέπεμψα |
| εσύ | απέπεμψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέπεμψε |
| εμείς | αποπέμψαμε |
| εσείς | αποπέμψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέπεμψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποπέμψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποπέμψω |
| εσύ | αποπέμψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποπέμψει |
| εμείς | αποπέμψουμε |
| εσείς | αποπέμψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποπέμψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποπέμπετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | αποπέμψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποπέμψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποπέμπομαι |
| εσύ | αποπέμπεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποπέμπεται |
| εμείς | αποπεμπόμαστε |
| εσείς | αποπέμπεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποπέμπονται |
Παρατατικός
| εγώ | αποπεμπόμουν |
| εσύ | αποπεμπόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποπεμπόταν |
| εμείς | αποπεμπόμασταν |
| εσείς | αποπεμπόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποπέμπονταν |
Αόριστος
| εγώ | αποπέμφθηκα |
| εσύ | αποπέμφθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποπέμφθηκε |
| εμείς | αποπεμφθήκαμε |
| εσείς | αποπεμφθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποπέμφθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποπεμφθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποπεμφθώ |
| εσύ | αποπεμφθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποπεμφθεί |
| εμείς | αποπεμφθούμε |
| εσείς | αποπεμφθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποπεμφθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποπέμπεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποπέμψου |
| εσείς | αποπεμφθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποπεμφθεί |