HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποπέμπω — definition

Conjugation of αποπέμπω

Regular CEFR B2
a.poˈpem.bo

διώχνω για ανθρώπους, τους απομακρύνω με υποτιμητικό τρόπο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποπέμπω
εσύ αποπέμπεις
αυτός / αυτή / αυτό αποπέμπει
εμείς αποπέμπουμε
εσείς αποπέμπετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποπέμπουν
Παρατατικός
εγώ απέπεμπα
εσύ απέπεμπες
αυτός / αυτή / αυτό απέπεμπε
εμείς αποπέμπαμε
εσείς αποπέμπατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέπεμπαν
Αόριστος
εγώ απέπεμψα
εσύ απέπεμψες
αυτός / αυτή / αυτό απέπεμψε
εμείς αποπέμψαμε
εσείς αποπέμψατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέπεμψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποπέμψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποπέμψω
εσύ αποπέμψεις
αυτός / αυτή / αυτό αποπέμψει
εμείς αποπέμψουμε
εσείς αποπέμψετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποπέμψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποπέμπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς αποπέμψτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποπέμψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποπέμπομαι
εσύ αποπέμπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποπέμπεται
εμείς αποπεμπόμαστε
εσείς αποπέμπεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποπέμπονται
Παρατατικός
εγώ αποπεμπόμουν
εσύ αποπεμπόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αποπεμπόταν
εμείς αποπεμπόμασταν
εσείς αποπεμπόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αποπέμπονταν
Αόριστος
εγώ αποπέμφθηκα
εσύ αποπέμφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποπέμφθηκε
εμείς αποπεμφθήκαμε
εσείς αποπεμφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποπέμφθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποπεμφθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποπεμφθώ
εσύ αποπεμφθείς
αυτός / αυτή / αυτό αποπεμφθεί
εμείς αποπεμφθούμε
εσείς αποπεμφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποπεμφθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποπέμπεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποπέμψου
εσείς αποπεμφθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποπεμφθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary