Conjugation of απομένω
a.poˈme.noμένει μια μικρή ποσότητα από κάτι που έχει μειωθεί Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απομένω |
| εσύ | απομένεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απομένει |
| εμείς | απομένουμε |
| εσείς | απομένετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απομένουν |
Παρατατικός
| εγώ | απέμενα |
| εσύ | απέμενες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέμενε |
| εμείς | απομέναμε |
| εσείς | απομένατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέμεναν |
Αόριστος
| εγώ | απέμεινα |
| εσύ | απέμεινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέμεινε |
| εμείς | απομείναμε |
| εσείς | απομείνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέμειναν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απομείνω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απομείνω |
| εσύ | απομείνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απομείνει |
| εμείς | απομείνουμε |
| εσείς | απομείνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απομείνουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | απομένετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απόμεινε |
| εσείς | απομείνετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απομείνει |