HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← απομένω — definition

Conjugation of απομένω

Regular CEFR B1
a.poˈme.no

μένει μια μικρή ποσότητα από κάτι που έχει μειωθεί Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απομένω
εσύ απομένεις
αυτός / αυτή / αυτό απομένει
εμείς απομένουμε
εσείς απομένετε
αυτοί / αυτές / αυτά απομένουν
Παρατατικός
εγώ απέμενα
εσύ απέμενες
αυτός / αυτή / αυτό απέμενε
εμείς απομέναμε
εσείς απομένατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέμεναν
Αόριστος
εγώ απέμεινα
εσύ απέμεινες
αυτός / αυτή / αυτό απέμεινε
εμείς απομείναμε
εσείς απομείνατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέμειναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απομείνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απομείνω
εσύ απομείνεις
αυτός / αυτή / αυτό απομείνει
εμείς απομείνουμε
εσείς απομείνετε
αυτοί / αυτές / αυτά απομείνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς απομένετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απόμεινε
εσείς απομείνετε
Απαρέμφατο αορίστου
απομείνει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary