Conjugation of αποκόβω
a.poˈko.voκόβω κάτι τελείως, ολοκληρώνω του κόψιμο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποκόβω |
| εσύ | αποκόβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκόβει |
| εμείς | αποκόβουμε |
| εσείς | αποκόβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκόβουν |
Παρατατικός
| εγώ | απόκοβα |
| εσύ | απόκοβες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απόκοβε |
| εμείς | αποκόβαμε |
| εσείς | αποκόβατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απόκοβαν |
Αόριστος
| εγώ | απόκοψα |
| εσύ | απόκοψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απόκοψε |
| εμείς | αποκόψαμε |
| εσείς | αποκόψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απόκοψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποκόψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποκόψω |
| εσύ | αποκόψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκόψει |
| εμείς | αποκόψουμε |
| εσείς | αποκόψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκόψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | απόκοβε |
| εσείς | αποκόβετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απόκοψε |
| εσείς | αποκόψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποκόψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποκόβομαι |
| εσύ | αποκόβεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκόβεται |
| εμείς | αποκοβόμαστε |
| εσείς | αποκόβεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκόβονται |
Παρατατικός
| εγώ | αποκοβόμουν |
| εσύ | αποκοβόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκοβόταν |
| εμείς | αποκοβόμασταν |
| εσείς | αποκοβόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκόβονταν |
Αόριστος
| εγώ | αποκόπηκα |
| εσύ | αποκόπηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκόπηκε |
| εμείς | αποκοπήκαμε |
| εσείς | αποκοπήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκόπηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποκοπώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποκοπώ |
| εσύ | αποκοπείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκοπεί |
| εμείς | αποκοπούμε |
| εσείς | αποκοπείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκοπούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποκόβεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποκόψου |
| εσείς | αποκοπείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποκοπεί |