HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποκόβω — definition

Conjugation of αποκόβω

Regular CEFR B1
a.poˈko.vo

κόβω κάτι τελείως, ολοκληρώνω του κόψιμο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποκόβω
εσύ αποκόβεις
αυτός / αυτή / αυτό αποκόβει
εμείς αποκόβουμε
εσείς αποκόβετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκόβουν
Παρατατικός
εγώ απόκοβα
εσύ απόκοβες
αυτός / αυτή / αυτό απόκοβε
εμείς αποκόβαμε
εσείς αποκόβατε
αυτοί / αυτές / αυτά απόκοβαν
Αόριστος
εγώ απόκοψα
εσύ απόκοψες
αυτός / αυτή / αυτό απόκοψε
εμείς αποκόψαμε
εσείς αποκόψατε
αυτοί / αυτές / αυτά απόκοψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκόψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποκόψω
εσύ αποκόψεις
αυτός / αυτή / αυτό αποκόψει
εμείς αποκόψουμε
εσείς αποκόψετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκόψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απόκοβε
εσείς αποκόβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απόκοψε
εσείς αποκόψτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποκόψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποκόβομαι
εσύ αποκόβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποκόβεται
εμείς αποκοβόμαστε
εσείς αποκόβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκόβονται
Παρατατικός
εγώ αποκοβόμουν
εσύ αποκοβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αποκοβόταν
εμείς αποκοβόμασταν
εσείς αποκοβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αποκόβονταν
Αόριστος
εγώ αποκόπηκα
εσύ αποκόπηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποκόπηκε
εμείς αποκοπήκαμε
εσείς αποκοπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκόπηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκοπώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποκοπώ
εσύ αποκοπείς
αυτός / αυτή / αυτό αποκοπεί
εμείς αποκοπούμε
εσείς αποκοπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκοπούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποκόβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποκόψου
εσείς αποκοπείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποκοπεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary