HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποκτώ — definition

Conjugation of αποκτώ

Regular CEFR C2
a.poˈkto

αρχίζω να κατέχω κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποκτώ - αποκτάω
εσύ αποκτάς
αυτός / αυτή / αυτό αποκτά - αποκτάει
εμείς αποκτούμε
εσείς αποκτάτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκτούν - αποκτάνε
Παρατατικός
εγώ αποκτούσα
εσύ αποκτούσες
αυτός / αυτή / αυτό αποκτούσε
εμείς αποκτούσαμε
εσείς αποκτούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκτούσαν
Αόριστος
εγώ απέκτησα
εσύ απέκτησες
αυτός / αυτή / αυτό απέκτησε
εμείς αποκτήσαμε
εσείς αποκτήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέκτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκτήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποκτήσω
εσύ αποκτήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποκτήσει
εμείς αποκτήσουμε
εσείς αποκτήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκτήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποκτάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απόκτησε
εσείς αποκτήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποκτήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποκτώμαι - αποκτιέμαι
εσύ αποκτάσαι - αποκτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποκτάται - αποκτιέται
εμείς αποκτόμαστε
εσείς αποκτάστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκτώνται - αποκτιούνται
Παρατατικός
εγώ —² - αποκτιόμουν
εσύ — - αποκτιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό {αποκτάτο} - αποκτιόταν
εμείς — - αποκτιόμασταν
εσείς — - αποκτιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά {αποκτώντο} - αποκτιόνταν
Αόριστος
εγώ αποκτήθηκα
εσύ αποκτήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποκτήθηκε
εμείς αποκτηθήκαμε
εσείς αποκτηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκτήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκτηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποκτηθώ
εσύ αποκτηθείς
αυτός / αυτή / αυτό αποκτηθεί
εμείς αποκτηθούμε
εσείς αποκτηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκτηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποκτάστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποκτήσου
εσείς αποκτηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποκτηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary