HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποκρίνω — definition

Conjugation of αποκρίνω

Regular CEFR B2
a.poˈkɾi.no

to excrete Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποκρίνω
εσύ αποκρίνεις
αυτός / αυτή / αυτό αποκρίνει
εμείς αποκρίνουμε
εσείς αποκρίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκρίνουν
Παρατατικός
εγώ απέκρινα
εσύ απέκρινες
αυτός / αυτή / αυτό απέκρινε
εμείς αποκρίναμε
εσείς αποκρίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέκριναν
Αόριστος
εγώ απέκρινα
εσύ απέκρινες
αυτός / αυτή / αυτό απέκρινε
εμείς αποκρίναμε
εσείς αποκρίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέκριναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκρίνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποκρίνω
εσύ αποκρίνεις
αυτός / αυτή / αυτό αποκρίνει
εμείς αποκρίνουμε
εσείς αποκρίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκρίνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απόκρινε
εσείς αποκρίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απόκρινε
εσείς αποκρίνετε
Απαρέμφατο αορίστου
αποκρίνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποκρίνομαι
εσύ αποκρίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποκρίνεται
εμείς αποκρινόμαστε
εσείς αποκρίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκρίνονται
Παρατατικός
εγώ αποκρινόμουν
εσύ αποκρινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αποκρινόταν
εμείς αποκρινόμασταν
εσείς αποκρινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αποκρίνονταν
Αόριστος
εγώ αποκρίθηκα
εσύ αποκρίθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποκρίθηκε
εμείς αποκριθήκαμε
εσείς αποκριθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκρίθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκριθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποκριθώ
εσύ αποκριθείς
αυτός / αυτή / αυτό αποκριθεί
εμείς αποκριθούμε
εσείς αποκριθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκριθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποκρίνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποκρίσου
εσείς αποκριθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποκριθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary