Conjugation of αποκομίζω
a.po.koˈmi.zoαποκτώ κάτι και το παίρνω μαζί μου (φεύγοντας από κάπου) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποκομίζω |
| εσύ | αποκομίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκομίζει |
| εμείς | αποκομίζουμε |
| εσείς | αποκομίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκομίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | αποκόμιζα |
| εσύ | αποκόμιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκόμιζε |
| εμείς | αποκομίζαμε |
| εσείς | αποκομίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκόμιζαν |
Αόριστος
| εγώ | αποκόμισα |
| εσύ | αποκόμισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκόμισε |
| εμείς | αποκομίσαμε |
| εσείς | αποκομίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκόμισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποκομίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποκομίσω |
| εσύ | αποκομίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκομίσει |
| εμείς | αποκομίσουμε |
| εσείς | αποκομίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκομίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αποκόμιζε |
| εσείς | αποκομίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποκόμισε |
| εσείς | αποκομίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποκομίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποκομίζομαι |
| εσύ | αποκομίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκομίζεται |
| εμείς | αποκομιζόμαστε |
| εσείς | αποκομίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκομίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | αποκομιζόμουν |
| εσύ | αποκομιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκομιζόταν |
| εμείς | αποκομιζόμασταν |
| εσείς | αποκομιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκομίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | αποκομίσθηκα |
| εσύ | αποκομίσθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκομίσθηκε |
| εμείς | αποκομισθήκαμε |
| εσείς | αποκομισθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκομίσθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποκομισθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποκομισθώ |
| εσύ | αποκομισθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκομισθεί |
| εμείς | αποκομισθούμε |
| εσείς | αποκομισθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκομισθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποκομίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποκομίσου |
| εσείς | αποκομισθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποκομισθεί |