HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποκομίζω — definition

Conjugation of αποκομίζω

Regular CEFR B2
a.po.koˈmi.zo

αποκτώ κάτι και το παίρνω μαζί μου (φεύγοντας από κάπου) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποκομίζω
εσύ αποκομίζεις
αυτός / αυτή / αυτό αποκομίζει
εμείς αποκομίζουμε
εσείς αποκομίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκομίζουν
Παρατατικός
εγώ αποκόμιζα
εσύ αποκόμιζες
αυτός / αυτή / αυτό αποκόμιζε
εμείς αποκομίζαμε
εσείς αποκομίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκόμιζαν
Αόριστος
εγώ αποκόμισα
εσύ αποκόμισες
αυτός / αυτή / αυτό αποκόμισε
εμείς αποκομίσαμε
εσείς αποκομίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκόμισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκομίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποκομίσω
εσύ αποκομίσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποκομίσει
εμείς αποκομίσουμε
εσείς αποκομίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκομίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αποκόμιζε
εσείς αποκομίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποκόμισε
εσείς αποκομίστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποκομίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποκομίζομαι
εσύ αποκομίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποκομίζεται
εμείς αποκομιζόμαστε
εσείς αποκομίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκομίζονται
Παρατατικός
εγώ αποκομιζόμουν
εσύ αποκομιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αποκομιζόταν
εμείς αποκομιζόμασταν
εσείς αποκομιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αποκομίζονταν
Αόριστος
εγώ αποκομίσθηκα
εσύ αποκομίσθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποκομίσθηκε
εμείς αποκομισθήκαμε
εσείς αποκομισθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκομίσθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκομισθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποκομισθώ
εσύ αποκομισθείς
αυτός / αυτή / αυτό αποκομισθεί
εμείς αποκομισθούμε
εσείς αποκομισθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκομισθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποκομίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποκομίσου
εσείς αποκομισθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποκομισθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary