HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποκλείω — definition

Conjugation of αποκλείω

Regular CEFR C2
a.poˈkli.o

εμποδίζω την είσοδο σε κάποιο μέρος ή την έξοδο απ’ αυτό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποκλείω
εσύ αποκλείεις
αυτός / αυτή / αυτό αποκλείει
εμείς αποκλείουμε
εσείς αποκλείετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκλείουν
Παρατατικός
εγώ απέκλεια
εσύ απέκλειες
αυτός / αυτή / αυτό απέκλειε
εμείς αποκλείαμε
εσείς αποκλείατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέκλειαν
Αόριστος
εγώ απέκλεισα
εσύ απέκλεισες
αυτός / αυτή / αυτό απέκλεισε
εμείς αποκλείσαμε
εσείς αποκλείσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέκλεισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκλείσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποκλείσω
εσύ αποκλείσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποκλείσει
εμείς αποκλείσουμε
εσείς αποκλείσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκλείσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απόκλειε
εσείς αποκλείετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απόκλεισε
εσείς αποκλείστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποκλείσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποκλείομαι
εσύ αποκλείεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποκλείεται
εμείς αποκλειόμαστε
εσείς αποκλείεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκλείονται
Παρατατικός
εγώ αποκλειόμουν
εσύ αποκλειόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αποκλειόταν
εμείς αποκλειόμασταν
εσείς αποκλειόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αποκλείονταν
Αόριστος
εγώ αποκλείστηκα
εσύ αποκλείστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποκλείστηκε
εμείς αποκλειστήκαμε
εσείς αποκλειστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκλείστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκλειστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποκλειστώ
εσύ αποκλειστείς
αυτός / αυτή / αυτό αποκλειστεί
εμείς αποκλειστούμε
εσείς αποκλειστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκλειστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποκλείεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποκλείσου
εσείς αποκλειστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποκλειστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary