Conjugation of αποκαλώ
a.poˈka.loονομάζω κάποιον ή κάτι με ένα προσωνύμιο, παρατσούκλι ή χαρακτηρισμό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποκαλώ |
| εσύ | αποκαλείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκαλεί |
| εμείς | αποκαλούμε |
| εσείς | αποκαλείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκαλούν |
Παρατατικός
| εγώ | αποκαλούσα |
| εσύ | αποκαλούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκαλούσε |
| εμείς | αποκαλούσαμε |
| εσείς | αποκαλούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκαλούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αποκάλεσα |
| εσύ | αποκάλεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκάλεσε |
| εμείς | αποκαλέσαμε |
| εσείς | αποκαλέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκάλεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποκαλέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποκαλέσω |
| εσύ | αποκαλέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκαλέσει |
| εμείς | αποκαλέσουμε |
| εσείς | αποκαλέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκαλέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποκαλείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποκάλεσε |
| εσείς | αποκαλέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποκαλέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποκαλούμαι |
| εσύ | αποκαλείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκαλείται |
| εμείς | αποκαλούμαστε |
| εσείς | αποκαλείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκαλούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκαλούνταν |
| εμείς | αποκαλούμασταν |
| εσείς | [αποκαλούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκαλούνταν |
Αόριστος
| εγώ | αποκλήθηκα |
| εσύ | αποκλήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκλήθηκε |
| εμείς | αποκληθήκαμε |
| εσείς | αποκληθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκλήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποκληθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποκληθώ |
| εσύ | αποκληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκληθεί |
| εμείς | αποκληθούμε |
| εσείς | αποκληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκληθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποκαλείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποκαλέσου |
| εσείς | αποκληθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποκληθεί |