HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποκαλώ — definition

Conjugation of αποκαλώ

Regular CEFR C1
a.poˈka.lo

ονομάζω κάποιον ή κάτι με ένα προσωνύμιο, παρατσούκλι ή χαρακτηρισμό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποκαλώ
εσύ αποκαλείς
αυτός / αυτή / αυτό αποκαλεί
εμείς αποκαλούμε
εσείς αποκαλείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκαλούν
Παρατατικός
εγώ αποκαλούσα
εσύ αποκαλούσες
αυτός / αυτή / αυτό αποκαλούσε
εμείς αποκαλούσαμε
εσείς αποκαλούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκαλούσαν
Αόριστος
εγώ αποκάλεσα
εσύ αποκάλεσες
αυτός / αυτή / αυτό αποκάλεσε
εμείς αποκαλέσαμε
εσείς αποκαλέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκάλεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκαλέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποκαλέσω
εσύ αποκαλέσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποκαλέσει
εμείς αποκαλέσουμε
εσείς αποκαλέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκαλέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποκαλείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποκάλεσε
εσείς αποκαλέστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποκαλέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποκαλούμαι
εσύ αποκαλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποκαλείται
εμείς αποκαλούμαστε
εσείς αποκαλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκαλούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό αποκαλούνταν
εμείς αποκαλούμασταν
εσείς [αποκαλούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά αποκαλούνταν
Αόριστος
εγώ αποκλήθηκα
εσύ αποκλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποκλήθηκε
εμείς αποκληθήκαμε
εσείς αποκληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκλήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποκληθώ
εσύ αποκληθείς
αυτός / αυτή / αυτό αποκληθεί
εμείς αποκληθούμε
εσείς αποκληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποκαλείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποκαλέσου
εσείς αποκληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποκληθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary