HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποικίζω — definition

Conjugation of αποικίζω

Regular CEFR B2
a.piˈci.zo

εγκαθιστώ αποίκους σε έναν τόπο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποικίζω
εσύ αποικίζεις
αυτός / αυτή / αυτό αποικίζει
εμείς αποικίζουμε
εσείς αποικίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποικίζουν
Παρατατικός
εγώ αποίκιζα
εσύ αποίκιζες
αυτός / αυτή / αυτό αποίκιζε
εμείς αποικίζαμε
εσείς αποικίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποίκιζαν
Αόριστος
εγώ αποίκισα
εσύ αποίκισες
αυτός / αυτή / αυτό αποίκισε
εμείς αποικίσαμε
εσείς αποικίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποίκισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποικίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποικίσω
εσύ αποικίσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποικίσει
εμείς αποικίσουμε
εσείς αποικίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποικίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αποίκιζε
εσείς αποικίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποίκισε
εσείς αποικίστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποικίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποικίζομαι
εσύ αποικίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποικίζεται
εμείς αποικιζόμαστε
εσείς αποικίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποικίζονται
Παρατατικός
εγώ αποικιζόμουν
εσύ αποικιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αποικιζόταν
εμείς αποικιζόμασταν
εσείς αποικιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αποικίζονταν
Αόριστος
εγώ αποικίστηκα
εσύ αποικίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποικίστηκε
εμείς αποικιστήκαμε
εσείς αποικιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποικίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποικιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποικιστώ
εσύ αποικιστείς
αυτός / αυτή / αυτό αποικιστεί
εμείς αποικιστούμε
εσείς αποικιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποικιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποικίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποικίσου
εσείς αποικιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποικιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary