Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποικίζω |
| εσύ | αποικίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποικίζει |
| εμείς | αποικίζουμε |
| εσείς | αποικίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποικίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | αποίκιζα |
| εσύ | αποίκιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποίκιζε |
| εμείς | αποικίζαμε |
| εσείς | αποικίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποίκιζαν |
Αόριστος
| εγώ | αποίκισα |
| εσύ | αποίκισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποίκισε |
| εμείς | αποικίσαμε |
| εσείς | αποικίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποίκισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποικίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποικίσω |
| εσύ | αποικίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποικίσει |
| εμείς | αποικίσουμε |
| εσείς | αποικίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποικίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αποίκιζε |
| εσείς | αποικίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποίκισε |
| εσείς | αποικίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποικίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποικίζομαι |
| εσύ | αποικίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποικίζεται |
| εμείς | αποικιζόμαστε |
| εσείς | αποικίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποικίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | αποικιζόμουν |
| εσύ | αποικιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποικιζόταν |
| εμείς | αποικιζόμασταν |
| εσείς | αποικιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποικίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | αποικίστηκα |
| εσύ | αποικίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποικίστηκε |
| εμείς | αποικιστήκαμε |
| εσείς | αποικιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποικίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποικιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποικιστώ |
| εσύ | αποικιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποικιστεί |
| εμείς | αποικιστούμε |
| εσείς | αποικιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποικιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποικίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποικίσου |
| εσείς | αποικιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποικιστεί |