Conjugation of αποθηκεύω
a.po.θiˈce.voκαταγράφω ένα αρχείο ή γενικότερα δεδομένα στον σκληρό δίσκο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποθηκεύω |
| εσύ | αποθηκεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποθηκεύει |
| εμείς | αποθηκεύουμε |
| εσείς | αποθηκεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποθηκεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | αποθήκευα |
| εσύ | αποθήκευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποθήκευε |
| εμείς | αποθηκεύαμε |
| εσείς | αποθηκεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποθήκευαν |
Αόριστος
| εγώ | αποθήκευσα |
| εσύ | αποθήκευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποθήκευσε |
| εμείς | αποθηκεύσαμε |
| εσείς | αποθηκεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποθήκευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποθηκεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποθηκεύσω |
| εσύ | αποθηκεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποθηκεύσει |
| εμείς | αποθηκεύσουμε |
| εσείς | αποθηκεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποθηκεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αποθήκευε |
| εσείς | αποθηκεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποθήκευσε |
| εσείς | απογοητεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποθηκεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποθηκεύομαι |
| εσύ | αποθηκεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποθηκεύεται |
| εμείς | αποθηκευόμαστε |
| εσείς | αποθηκεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποθηκεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | αποθηκευόμουν |
| εσύ | αποθηκευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποθηκευόταν |
| εμείς | αποθηκευόμασταν |
| εσείς | αποθηκευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποθηκεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | αποθηκεύτηκα |
| εσύ | αποθηκεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποθηκεύτηκε |
| εμείς | αποθηκευτήκαμε |
| εσείς | αποθηκευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποθηκεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποθηκευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποθηκευτώ |
| εσύ | αποθηκευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποθηκευτεί |
| εμείς | αποθηκευτούμε |
| εσείς | αποθηκευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποθηκευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποθηκεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποθηκεύσου |
| εσείς | αποθηκευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποθηκευτεί |