HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποδείχνω — definition

Conjugation of αποδείχνω

Regular CEFR B2
a.poˈði.xno

αποδεικνύω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποδείχνω
εσύ αποδείχνεις
αυτός / αυτή / αυτό αποδείχνει
εμείς αποδείχνουμε
εσείς αποδείχνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποδείχνουν
Παρατατικός
εγώ απόδειχνα
εσύ απόδειχνες
αυτός / αυτή / αυτό απόδειχνε
εμείς αποδείχναμε
εσείς αποδείχνατε
αυτοί / αυτές / αυτά απόδειχναν
Αόριστος
εγώ απόδειξα
εσύ απόδειξες
αυτός / αυτή / αυτό απόδειξε
εμείς αποδείξαμε
εσείς αποδείξατε
αυτοί / αυτές / αυτά απόδειξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποδείξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποδείξω
εσύ αποδείξεις
αυτός / αυτή / αυτό αποδείξει
εμείς αποδείξουμε
εσείς αποδείξετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποδείξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απόδειχνε
εσείς αποδείχνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απόδειξε
εσείς αποδείξτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποδείξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποδείχνομαι
εσύ αποδείχνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποδείχνεται
εμείς αποδειχνόμαστε
εσείς αποδείχνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποδείχνονται
Παρατατικός
εγώ αποδειχνόμουν
εσύ αποδειχνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αποδειχνόταν
εμείς αποδειχνόμασταν
εσείς αποδειχνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αποδείχνονταν
Αόριστος
εγώ αποδείχτηκα
εσύ αποδείχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποδείχτηκε
εμείς αποδειχτήκαμε
εσείς αποδειχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποδείχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποδειχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποδειχτώ
εσύ αποδειχτείς
αυτός / αυτή / αυτό αποδειχτεί
εμείς αποδειχτούμε
εσείς αποδειχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποδειχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποδείχνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποδείξου
εσείς αποδειχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποδειχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary