HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποβλέπω — definition

Conjugation of αποβλέπω

Regular CEFR B2
a.poˈvle.po

βασίζομαι πάνω στις ενέργειες ή τις ικανότητες κάποιου, ελπίζοντας να βγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποβλέπω
εσύ αποβλέπεις
αυτός / αυτή / αυτό αποβλέπει
εμείς αποβλέπουμε
εσείς αποβλέπετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποβλέπουν
Παρατατικός
εγώ απέβλεπα
εσύ απέβλεπες
αυτός / αυτή / αυτό απέβλεπε
εμείς αποβλέπαμε
εσείς αποβλέπατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέβλεπαν
Αόριστος
εγώ απέβλεψα
εσύ απέβλεψες
αυτός / αυτή / αυτό απέβλεψε
εμείς αποβλέψαμε
εσείς αποβλέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέβλεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποβλέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποβλέψω
εσύ αποβλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό αποβλέψει
εμείς αποβλέψουμε
εσείς αποβλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποβλέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απόβλεπε
εσείς αποβλέπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απόβλεψε
εσείς αποβλέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποβλέψει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary