Conjugation of αποβλέπω
a.poˈvle.poβασίζομαι πάνω στις ενέργειες ή τις ικανότητες κάποιου, ελπίζοντας να βγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποβλέπω |
| εσύ | αποβλέπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποβλέπει |
| εμείς | αποβλέπουμε |
| εσείς | αποβλέπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποβλέπουν |
Παρατατικός
| εγώ | απέβλεπα |
| εσύ | απέβλεπες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέβλεπε |
| εμείς | αποβλέπαμε |
| εσείς | αποβλέπατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέβλεπαν |
Αόριστος
| εγώ | απέβλεψα |
| εσύ | απέβλεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέβλεψε |
| εμείς | αποβλέψαμε |
| εσείς | αποβλέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέβλεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποβλέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποβλέψω |
| εσύ | αποβλέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποβλέψει |
| εμείς | αποβλέψουμε |
| εσείς | αποβλέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποβλέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | απόβλεπε |
| εσείς | αποβλέπετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απόβλεψε |
| εσείς | αποβλέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποβλέψει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.