Conjugation of αποβιβάζω
a.po.viˈva.zoκατεβάζω από κάποιο μέσο συγκοινωνίας Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποβιβάζω |
| εσύ | αποβιβάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποβιβάζει |
| εμείς | αποβιβάζουμε |
| εσείς | αποβιβάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποβιβάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | αποβίβαζα |
| εσύ | αποβίβαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποβίβαζε |
| εμείς | αποβιβάζαμε |
| εσείς | αποβιβάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποβίβαζαν |
Αόριστος
| εγώ | αποβίβασα |
| εσύ | αποβίβασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποβίβασε |
| εμείς | αποβιβάσαμε |
| εσείς | αποβιβάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποβίβασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποβιβάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποβιβάσω |
| εσύ | αποβιβάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποβιβάσει |
| εμείς | αποβιβάσουμε |
| εσείς | αποβιβάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποβιβάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αποβίβαζε |
| εσείς | αποβιβάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποβίβασε |
| εσείς | αποβιβάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποβιβάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποβιβάζομαι |
| εσύ | αποβιβάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποβιβάζεται |
| εμείς | αποβιβαζόμαστε |
| εσείς | αποβιβάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποβιβάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | αποβιβαζόμουν |
| εσύ | αποβιβαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποβιβαζόταν |
| εμείς | αποβιβαζόμασταν |
| εσείς | αποβιβαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποβιβάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | αποβιβάστηκα |
| εσύ | αποβιβάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποβιβάστηκε |
| εμείς | αποβιβαστήκαμε |
| εσείς | αποβιβαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποβιβάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποβιβαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποβιβαστώ |
| εσύ | αποβιβαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποβιβαστεί |
| εμείς | αποβιβαστούμε |
| εσείς | αποβιβαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποβιβαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποβιβάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποβιβάσου |
| εσείς | αποβιβαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποβιβαστεί |