HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποβιβάζω — definition

Conjugation of αποβιβάζω

Regular CEFR B2
a.po.viˈva.zo

κατεβάζω από κάποιο μέσο συγκοινωνίας Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποβιβάζω
εσύ αποβιβάζεις
αυτός / αυτή / αυτό αποβιβάζει
εμείς αποβιβάζουμε
εσείς αποβιβάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποβιβάζουν
Παρατατικός
εγώ αποβίβαζα
εσύ αποβίβαζες
αυτός / αυτή / αυτό αποβίβαζε
εμείς αποβιβάζαμε
εσείς αποβιβάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποβίβαζαν
Αόριστος
εγώ αποβίβασα
εσύ αποβίβασες
αυτός / αυτή / αυτό αποβίβασε
εμείς αποβιβάσαμε
εσείς αποβιβάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποβίβασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποβιβάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποβιβάσω
εσύ αποβιβάσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποβιβάσει
εμείς αποβιβάσουμε
εσείς αποβιβάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποβιβάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αποβίβαζε
εσείς αποβιβάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποβίβασε
εσείς αποβιβάστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποβιβάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποβιβάζομαι
εσύ αποβιβάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποβιβάζεται
εμείς αποβιβαζόμαστε
εσείς αποβιβάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποβιβάζονται
Παρατατικός
εγώ αποβιβαζόμουν
εσύ αποβιβαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αποβιβαζόταν
εμείς αποβιβαζόμασταν
εσείς αποβιβαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αποβιβάζονταν
Αόριστος
εγώ αποβιβάστηκα
εσύ αποβιβάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποβιβάστηκε
εμείς αποβιβαστήκαμε
εσείς αποβιβαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποβιβάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποβιβαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποβιβαστώ
εσύ αποβιβαστείς
αυτός / αυτή / αυτό αποβιβαστεί
εμείς αποβιβαστούμε
εσείς αποβιβαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποβιβαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποβιβάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποβιβάσου
εσείς αποβιβαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποβιβαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary