Conjugation of απλώνω
αφήνω κάτι στον ήλιο και τον αέρα, προκειμένου να στεγνώσει Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απλώνω |
| εσύ | απλώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απλώνει |
| εμείς | απλώνουμε |
| εσείς | απλώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απλώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | άπλωνα |
| εσύ | άπλωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άπλωνε |
| εμείς | απλώναμε |
| εσείς | απλώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άπλωναν |
Αόριστος
| εγώ | άπλωσα |
| εσύ | άπλωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άπλωσε |
| εμείς | απλώσαμε |
| εσείς | απλώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άπλωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απλώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απλώσω |
| εσύ | απλώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απλώσει |
| εμείς | απλώσουμε |
| εσείς | απλώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απλώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | άπλωνε |
| εσείς | απλώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | άπλωσε |
| εσείς | απλώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απλώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απλώνομαι |
| εσύ | απλώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | απλώνεται |
| εμείς | απλωνόμαστε |
| εσείς | απλώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απλώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | απλωνόμουν |
| εσύ | απλωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | απλωνόταν |
| εμείς | απλωνόμασταν |
| εσείς | απλωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απλώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | απλώθηκα |
| εσύ | απλώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απλώθηκε |
| εμείς | απλωθήκαμε |
| εσείς | απλωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απλώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απλωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απλωθώ |
| εσύ | απλωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | απλωθεί |
| εμείς | απλωθούμε |
| εσείς | απλωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απλωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | απλώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απλώσου |
| εσείς | απλωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απλωθεί |