HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← απλώνω — definition

Conjugation of απλώνω

Regular CEFR B1

αφήνω κάτι στον ήλιο και τον αέρα, προκειμένου να στεγνώσει Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απλώνω
εσύ απλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό απλώνει
εμείς απλώνουμε
εσείς απλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά απλώνουν
Παρατατικός
εγώ άπλωνα
εσύ άπλωνες
αυτός / αυτή / αυτό άπλωνε
εμείς απλώναμε
εσείς απλώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά άπλωναν
Αόριστος
εγώ άπλωσα
εσύ άπλωσες
αυτός / αυτή / αυτό άπλωσε
εμείς απλώσαμε
εσείς απλώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά άπλωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απλώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απλώσω
εσύ απλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό απλώσει
εμείς απλώσουμε
εσείς απλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά απλώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άπλωνε
εσείς απλώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άπλωσε
εσείς απλώστε
Απαρέμφατο αορίστου
απλώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απλώνομαι
εσύ απλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό απλώνεται
εμείς απλωνόμαστε
εσείς απλώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά απλώνονται
Παρατατικός
εγώ απλωνόμουν
εσύ απλωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό απλωνόταν
εμείς απλωνόμασταν
εσείς απλωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά απλώνονταν
Αόριστος
εγώ απλώθηκα
εσύ απλώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό απλώθηκε
εμείς απλωθήκαμε
εσείς απλωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά απλώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απλωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απλωθώ
εσύ απλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό απλωθεί
εμείς απλωθούμε
εσείς απλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά απλωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς απλώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απλώσου
εσείς απλωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
απλωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary