Conjugation of απλοποιώ
a.plo.piˈoαντικαθιστώ τον αριθμητή και τον παρονομαστή ενός κλάσματος με ανάλογους μικρότερους αριθμούς Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απλοποιώ |
| εσύ | απλοποιείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | απλοποιεί |
| εμείς | απλοποιούμε |
| εσείς | απλοποιείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απλοποιούν |
Παρατατικός
| εγώ | απλοποιούσα |
| εσύ | απλοποιούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απλοποιούσε |
| εμείς | απλοποιούσαμε |
| εσείς | απλοποιούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απλοποιούσαν |
Αόριστος
| εγώ | απλοποίησα |
| εσύ | απλοποίησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απλοποίησε |
| εμείς | απλοποιήσαμε |
| εσείς | απλοποιήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απλοποίησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απλοποιήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απλοποιήσω |
| εσύ | απλοποιήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απλοποιήσει |
| εμείς | απλοποιήσουμε |
| εσείς | απλοποιήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απλοποιήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | απλοποιείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απλοποίησε |
| εσείς | απλοποιήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απλοποιήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απλοποιούμαι |
| εσύ | απλοποιείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | απλοποιείται |
| εμείς | απλοποιούμαστε |
| εσείς | απλοποιείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απλοποιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | απλοποιούμουν |
| εσύ | απλοποιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | απλοποιούνταν |
| εμείς | απλοποιούμασταν |
| εσείς | [απλοποιούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απλοποιούνταν |
Αόριστος
| εγώ | απλοποιήθηκα |
| εσύ | απλοποιήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απλοποιήθηκε |
| εμείς | απλοποιηθήκαμε |
| εσείς | απλοποιηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απλοποιήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απλοποιηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απλοποιηθώ |
| εσύ | απλοποιηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | απλοποιηθεί |
| εμείς | απλοποιηθούμε |
| εσείς | απλοποιηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απλοποιηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | απλοποιείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απλοποιήσου |
| εσείς | απλοποιηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απλοποιηθεί |