HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← απελαύνω — definition

Conjugation of απελαύνω

Regular CEFR B2
a.peˈlav.no

διώχνω κάποιον αλλοδαπό από μία χώρα για διάφορους λόγους (ασφαλείας, παρανομίας κ.λπ.) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απελαύνω
εσύ απελαύνεις
αυτός / αυτή / αυτό απελαύνει
εμείς απελαύνουμε
εσείς απελαύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά απελαύνουν
Παρατατικός
εγώ απέλαυνα
εσύ απέλαυνες
αυτός / αυτή / αυτό απέλαυνε
εμείς απελαύναμε
εσείς απελαύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέλαυναν
Αόριστος
εγώ απέλασα
εσύ απέλασες
αυτός / αυτή / αυτό απέλασε
εμείς απελάσαμε
εσείς απελάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέλασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απελάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απελάσω
εσύ απελάσεις
αυτός / αυτή / αυτό απελάσει
εμείς απελάσουμε
εσείς απελάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά απελάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απέλαυνε
εσείς απελαύνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απέλασε
εσείς απελάστε
Απαρέμφατο αορίστου
απελάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απελαύνομαι
εσύ απελαύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό απελαύνεται
εμείς απελαυνόμαστε
εσείς απελαύνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά απελαύνονται
Παρατατικός
εγώ απελαυνόμουν
εσύ απελαυνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό απελαυνόταν
εμείς απελαυνόμασταν
εσείς απελαυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά απελαύνονταν
Αόριστος
εγώ απελάθηκα
εσύ απελάθηκες
αυτός / αυτή / αυτό απελάθηκε
εμείς απελαθήκαμε
εσείς απελαθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά απελάθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απελαθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απελαθώ
εσύ απελαθείς
αυτός / αυτή / αυτό απελαθεί
εμείς απελαθούμε
εσείς απελαθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά απελαθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς απελαύνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απελάσου
εσείς απελαθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
απελαθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary