Conjugation of απελαύνω
a.peˈlav.noδιώχνω κάποιον αλλοδαπό από μία χώρα για διάφορους λόγους (ασφαλείας, παρανομίας κ.λπ.) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απελαύνω |
| εσύ | απελαύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απελαύνει |
| εμείς | απελαύνουμε |
| εσείς | απελαύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απελαύνουν |
Παρατατικός
| εγώ | απέλαυνα |
| εσύ | απέλαυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέλαυνε |
| εμείς | απελαύναμε |
| εσείς | απελαύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέλαυναν |
Αόριστος
| εγώ | απέλασα |
| εσύ | απέλασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέλασε |
| εμείς | απελάσαμε |
| εσείς | απελάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέλασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απελάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απελάσω |
| εσύ | απελάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απελάσει |
| εμείς | απελάσουμε |
| εσείς | απελάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απελάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | απέλαυνε |
| εσείς | απελαύνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απέλασε |
| εσείς | απελάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απελάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απελαύνομαι |
| εσύ | απελαύνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | απελαύνεται |
| εμείς | απελαυνόμαστε |
| εσείς | απελαύνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απελαύνονται |
Παρατατικός
| εγώ | απελαυνόμουν |
| εσύ | απελαυνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | απελαυνόταν |
| εμείς | απελαυνόμασταν |
| εσείς | απελαυνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απελαύνονταν |
Αόριστος
| εγώ | απελάθηκα |
| εσύ | απελάθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απελάθηκε |
| εμείς | απελαθήκαμε |
| εσείς | απελαθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απελάθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απελαθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απελαθώ |
| εσύ | απελαθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | απελαθεί |
| εμείς | απελαθούμε |
| εσείς | απελαθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απελαθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | απελαύνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απελάσου |
| εσείς | απελαθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απελαθεί |