HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← απειλώ — definition

Conjugation of απειλώ

Regular CEFR C2
a.piˈlo

φοβερίζω κάποιον και χρησιμοποιώ απειλές εναντίον του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απειλώ
εσύ απειλείς
αυτός / αυτή / αυτό απειλεί
εμείς απειλούμε
εσείς απειλείτε
αυτοί / αυτές / αυτά απειλούν
Παρατατικός
εγώ απειλούσα
εσύ απειλούσες
αυτός / αυτή / αυτό απειλούσε
εμείς απειλούσαμε
εσείς απειλούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απειλούσαν
Αόριστος
εγώ απείλησα
εσύ απείλησες
αυτός / αυτή / αυτό απείλησε
εμείς απειλήσαμε
εσείς απειλήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απείλησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απειλήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απειλήσω
εσύ απειλήσεις
αυτός / αυτή / αυτό απειλήσει
εμείς απειλήσουμε
εσείς απειλήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά απειλήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς απειλείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απείλησε
εσείς απειλήστε
Απαρέμφατο αορίστου
απειλήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απειλούμαι
εσύ απειλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό απειλείται
εμείς απειλούμαστε
εσείς απειλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά απειλούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό απειλούνταν
εμείς απειλούμασταν
εσείς [απειλούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά απειλούνταν
Αόριστος
εγώ απειλήθηκα
εσύ απειλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό απειλήθηκε
εμείς απειληθήκαμε
εσείς απειληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά απειλήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απειληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απειληθώ
εσύ απειληθείς
αυτός / αυτή / αυτό απειληθεί
εμείς απειληθούμε
εσείς απειληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά απειληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς απειλείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απειλήσου
εσείς απειληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
απειληθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary