Conjugation of απεικονίζω
αναπαριστώ εικαστικά κάτι που αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις μου (κυρίως την όραση) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απεικονίζω |
| εσύ | απεικονίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απεικονίζει |
| εμείς | απεικονίζουμε |
| εσείς | απεικονίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απεικονίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | απεικόνιζα |
| εσύ | απεικόνιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απεικόνιζε |
| εμείς | απεικονίζαμε |
| εσείς | απεικονίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απεικόνιζαν |
Αόριστος
| εγώ | απεικόνισα |
| εσύ | απεικόνισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απεικόνισε |
| εμείς | απεικονίσαμε |
| εσείς | απεικονίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απεικόνισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απεικονίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απεικονίσω |
| εσύ | απεικονίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απεικονίσει |
| εμείς | απεικονίσουμε |
| εσείς | απεικονίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απεικονίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | απεικόνιζε |
| εσείς | απεικονίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απεικόνισε |
| εσείς | απεικονίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απεικονίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απεικονίζομαι |
| εσύ | απεικονίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | απεικονίζεται |
| εμείς | απεικονισόμαστε |
| εσείς | απεικονίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απεικονίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | απεικονισόμουν |
| εσύ | απεικονισόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | απεικονισόταν |
| εμείς | απεικονισόμασταν |
| εσείς | απεικονισόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απεικονίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | απεικονίστηκα |
| εσύ | απεικονίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απεικονίστηκε |
| εμείς | απεικονιστήκαμε |
| εσείς | απεικονιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απεικονίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απεικονιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απεικονιστώ |
| εσύ | απεικονιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | απεικονιστεί |
| εμείς | απεικονιστούμε |
| εσείς | απεικονιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απεικονιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | απεικονίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απεικονίσου |
| εσείς | απεικονιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απεικονιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.