HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← απειθώ — definition

Conjugation of απειθώ

Regular CEFR B1
a.piˈθo

δεν υπακούω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απειθώ
εσύ απειθείς
αυτός / αυτή / αυτό απειθεί
εμείς απειθούμε
εσείς απειθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά απειθούν
Παρατατικός
εγώ απειθούσα
εσύ απειθούσες
αυτός / αυτή / αυτό απειθούσε
εμείς απειθούσαμε
εσείς απειθούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απειθούσαν
Αόριστος
εγώ απείθησα
εσύ απείθησες
αυτός / αυτή / αυτό απείθησε
εμείς απειθήσαμε
εσείς απειθήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απείθησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απειθήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απειθήσω
εσύ απειθήσεις
αυτός / αυτή / αυτό απειθήσει
εμείς απειθήσουμε
εσείς απειθήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά απειθήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς απειθείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απείθησε
εσείς απειθήστε
Απαρέμφατο αορίστου
απειθήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary