HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← απαυτώνω — definition

Conjugation of απαυτώνω

Regular CEFR B2

αποφυγή του χυδαιότερου γαμάω/γαμώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απαυτώνω
εσύ απαυτώνεις
αυτός / αυτή / αυτό απαυτώνει
εμείς απαυτώνουμε
εσείς απαυτώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά απαυτώνουν
Παρατατικός
εγώ απαύτωνα
εσύ απαύτωνες
αυτός / αυτή / αυτό απαύτωνε
εμείς απαυτώναμε
εσείς απαυτώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά απαύτωναν
Αόριστος
εγώ απαύτωσα
εσύ απαύτωσες
αυτός / αυτή / αυτό απαύτωσε
εμείς απαυτώσαμε
εσείς απαυτώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απαύτωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απαυτώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απαυτώσω
εσύ απαυτώσεις
αυτός / αυτή / αυτό απαυτώσει
εμείς απαυτώσουμε
εσείς απαυτώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά απαυτώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απαύτωνε
εσείς απαυτώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απαύτωσε
εσείς απαυτώστε
Απαρέμφατο αορίστου
απαυτώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απαυτώνομαι
εσύ απαυτώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό απαυτώνεται
εμείς απαυτωνόμαστε
εσείς απαυτώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά απαυτώνονται
Παρατατικός
εγώ απαυτωνόμουν
εσύ απαυτωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό απαυτωνόταν
εμείς απαυτωνόμασταν
εσείς απαυτωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά απαυτώνονταν
Αόριστος
εγώ απαυτώθηκα
εσύ απαυτώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό απαυτώθηκε
εμείς απαυτωθήκαμε
εσείς απαυτωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά απαυτώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απαυτωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απαυτωθώ
εσύ απαυτωθείς
αυτός / αυτή / αυτό απαυτωθεί
εμείς απαυτωθούμε
εσείς απαυτωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά απαυτωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς απαυτώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απαυτώσου
εσείς απαυτωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
απαυτωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary