HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← απατώ — definition

Conjugation of απατώ

Regular CEFR B1
apaˈto

έχω εξωσυζυγική σχέση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απατώ - απατάω
εσύ απατάς
αυτός / αυτή / αυτό απατά - απατάει
εμείς απατούμε
εσείς απατάτε
αυτοί / αυτές / αυτά απατούν - απατάνε
Παρατατικός
εγώ απατούσα
εσύ απατούσες
αυτός / αυτή / αυτό απατούσε
εμείς απατούσαμε
εσείς απατούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απατούσαν
Αόριστος
εγώ απάτησα
εσύ απάτησες
αυτός / αυτή / αυτό απάτησε
εμείς απατήσαμε
εσείς απατήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απάτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απατήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απατήσω
εσύ απατήσεις
αυτός / αυτή / αυτό απατήσει
εμείς απατήσουμε
εσείς απατήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά απατήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απάτα
εσείς απατάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απάτησε
εσείς απατήστε
Απαρέμφατο αορίστου
απατήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απατώμαι - απατιέμαι
εσύ απατάσαι - απατιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό απατάται - απατιέται
εμείς απατόμαστε
εσείς απατάστε
αυτοί / αυτές / αυτά απατώνται - απατιούνται
Παρατατικός
εγώ —² - απατιόμουν
εσύ — - απατιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό {απατάτο} - απατιόταν
εμείς — - απατιόμασταν
εσείς — - απατιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά {απατώντο} - απατιόνταν
Αόριστος
εγώ απατήθηκα
εσύ απατήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό απατήθηκε
εμείς απατηθήκαμε
εσείς απατηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά απατήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απατηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απατηθώ
εσύ απατηθείς
αυτός / αυτή / αυτό απατηθεί
εμείς απατηθούμε
εσείς απατηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά απατηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς απατάστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απατήσου
εσείς απατηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
απατηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary