Conjugation of απαξιώνω
a.pa.skiˈo.noαντιμετωπίζω κάποιον υποτιμητικά, με περιφρόνηση· δεν καταδέχομαι να κάνω κάποια πράξη ή ενέργεια Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απαξιώνω |
| εσύ | απαξιώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απαξιώνει |
| εμείς | απαξιώνουμε |
| εσείς | απαξιώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απαξιώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | απαξίωνα |
| εσύ | απαξίωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απαξίωνε |
| εμείς | απαξιώναμε |
| εσείς | απαξιώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απαξίωναν |
Αόριστος
| εγώ | απαξίωσα |
| εσύ | απαξίωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απαξίωσε |
| εμείς | απαξιώσαμε |
| εσείς | απαξιώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απαξίωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απαξιώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απαξιώσω |
| εσύ | απαξιώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απαξιώσει |
| εμείς | απαξιώσουμε |
| εσείς | απαξιώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απαξιώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | απαξίωνε |
| εσείς | απαξιώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απαξίωσε |
| εσείς | απαξιώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απαξιώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απαξιώνομαι |
| εσύ | απαξιώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | απαξιώνεται |
| εμείς | απαξιωνόμαστε |
| εσείς | απαξιώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απαξιώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | απαξιωνόμουν |
| εσύ | απαξιωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | απαξιωνόταν |
| εμείς | απαξιωνόμασταν |
| εσείς | απαξιωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απαξιώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | απαξιώθηκα |
| εσύ | απαξιώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απαξιώθηκε |
| εμείς | απαξιωθήκαμε |
| εσείς | απαξιωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απαξιώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απαξιωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απαξιωθώ |
| εσύ | απαξιωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | απαξιωθεί |
| εμείς | απαξιωθούμε |
| εσείς | απαξιωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απαξιωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | απαξιώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απαξιώσου |
| εσείς | απαξιωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απαξιωθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.