HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← απαλείφω — definition

Conjugation of απαλείφω

Regular CEFR B2
a.paˈli.fo

εξαλείφω, εξαφανίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απαλείφω
εσύ απαλείφεις
αυτός / αυτή / αυτό απαλείφει
εμείς απαλείφουμε
εσείς απαλείφετε
αυτοί / αυτές / αυτά απαλείφουν[ε]
Παρατατικός
εγώ απάλειφα
εσύ απάλειφες
αυτός / αυτή / αυτό απάλειφε
εμείς απαλείφαμε
εσείς απαλείφατε
αυτοί / αυτές / αυτά απάλειφαν
Αόριστος
εγώ απάλειψα
εσύ απάλειψες
αυτός / αυτή / αυτό απάλειψε
εμείς απαλείψαμε
εσείς απαλείψατε
αυτοί / αυτές / αυτά απάλειψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απαλείψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απαλείψω
εσύ απαλείψεις
αυτός / αυτή / αυτό απαλείψει
εμείς απαλείψουμε
εσείς απαλείψετε
αυτοί / αυτές / αυτά απαλείψουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απάλειφε
εσείς απαλείφετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απάλειψε
εσείς απαλείψτε
Απαρέμφατο αορίστου
απαλείψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απαλείφομαι
εσύ απαλείφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό απαλείφεται
εμείς απαλειφόμαστε
εσείς απαλείφεστε
αυτοί / αυτές / αυτά απαλείφονται
Παρατατικός
εγώ απαλειφόμουν[α]
εσύ απαλειφόσουν[α]
αυτός / αυτή / αυτό απαλειφόταν[ε]
εμείς απαλειφόμασταν
εσείς απαλειφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά απαλείφονταν
Αόριστος
εγώ απαλείφθηκα
εσύ απαλείφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό απαλείφθηκε
εμείς απαλειφθήκαμε
εσείς απαλειφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά απαλείφθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απαλειφθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απαλειφθώ
εσύ απαλειφθείς
αυτός / αυτή / αυτό απαλειφθεί
εμείς απαλειφθούμε
εσείς απαλειφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά απαλειφθούν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς απαλείφεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απαλείψου
εσείς απαλειφθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
απαλειφθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary