Conjugation of απαιτώ
a.peˈtoζητώ κάτι επιτακτικά, επειδή έχω την εξουσία προς τούτο ή επειδή το θεωρώ αναφαίρετο δικαίωμά μου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απαιτώ |
| εσύ | απαιτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | απαιτεί |
| εμείς | απαιτούμε |
| εσείς | απαιτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απαιτούν |
Παρατατικός
| εγώ | απαιτούσα |
| εσύ | απαιτούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απαιτούσε |
| εμείς | απαιτούσαμε |
| εσείς | απαιτούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απαιτούσαν |
Αόριστος
| εγώ | απαίτησα |
| εσύ | απαίτησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απαίτησε |
| εμείς | απαιτήσαμε |
| εσείς | απαιτήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απαίτησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απαιτήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απαιτήσω |
| εσύ | απαιτήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απαιτήσει |
| εμείς | απαιτήσουμε |
| εσείς | απαιτήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απαιτήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | απαιτείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απαίτησε |
| εσείς | απαιτήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απαιτήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απαιτούμαι |
| εσύ | απαιτείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | απαιτείται |
| εμείς | απαιτούμαστε |
| εσείς | απαιτείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απαιτούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | απαιτούνταν |
| εμείς | απαιτούμασταν |
| εσείς | [απαιτούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απαιτούνταν |
Αόριστος
| εγώ | απαιτήθηκα |
| εσύ | απαιτήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απαιτήθηκε |
| εμείς | απαιτηθήκαμε |
| εσείς | απαιτηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απαιτήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απαιτηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απαιτηθώ |
| εσύ | απαιτηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | απαιτηθεί |
| εμείς | απαιτηθούμε |
| εσείς | απαιτηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απαιτηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | απαιτείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απαιτήσου |
| εσείς | απαιτηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απαιτηθεί |