HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← απέχω — definition

Conjugation of απέχω

Regular CEFR C2
aˈpe.xo

βρίσκομαι σε συγκεκριμένη απόσταση από κάπου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απέχω
εσύ απέχεις
αυτός / αυτή / αυτό απέχει
εμείς απέχουμε
εσείς απέχετε
αυτοί / αυτές / αυτά απέχουν
Παρατατικός
εγώ απείχα
εσύ απείχες
αυτός / αυτή / αυτό απείχε
εμείς απέχαμε
εσείς απέχατε
αυτοί / αυτές / αυτά απείχαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απέχω
εσύ θα απέχεις
αυτός / αυτή / αυτό θα απέχει
εμείς θα απέχουμε
εσείς θα απέχετε
αυτοί / αυτές / αυτά θα απέχουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς απέχετε

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary