HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← απέρχομαι — definition

Conjugation of απέρχομαι

Regular CEFR B2
aˈpeɾ.xo.me

φεύγω, αποχωρώ Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απέρχομαι
εσύ απέρχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό απέρχεται
εμείς απερχόμαστε
εσείς απέρχεστε
αυτοί / αυτές / αυτά απέρχονται
Παρατατικός
εγώ απερχόμουν[α]
εσύ απερχόσουν[α]
αυτός / αυτή / αυτό απερχόταν[ε]
εμείς απερχόμασταν
εσείς απερχόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά απέρχονταν
Αόριστος
εγώ απήλθα
εσύ απήλθες
αυτός / αυτή / αυτό απήλθε
εμείς απήλθαμε
εσείς απήλθατε
αυτοί / αυτές / αυτά απήλθαν[ε)]
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απέλθω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απέλθω
εσύ απέλθεις
αυτός / αυτή / αυτό απέλθει
εμείς απέλθουμε
εσείς απέλθετε
αυτοί / αυτές / αυτά απέλθουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς απέρχεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς απέλθετε
Απαρέμφατο αορίστου
απέλθει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary