HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αξιώνω — definition

Conjugation of αξιώνω

Regular CEFR B1
a.ksiˈo.no

θεωρώ κάποιον άξιο μιας ικανοποίησης, δίνω σε κάποιον την ικανοποίηση (να χαρεί κάτι) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αξιώνω
εσύ αξιώνεις
αυτός / αυτή / αυτό αξιώνει
εμείς αξιώνουμε
εσείς αξιώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αξιώνουν
Παρατατικός
εγώ αξίωνα
εσύ αξίωνες
αυτός / αυτή / αυτό αξίωνε
εμείς αξιώναμε
εσείς αξιώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά αξίωναν
Αόριστος
εγώ αξίωσα
εσύ αξίωσες
αυτός / αυτή / αυτό αξίωσε
εμείς αξιώσαμε
εσείς αξιώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αξίωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αξιώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αξιώσω
εσύ αξιώσεις
αυτός / αυτή / αυτό αξιώσει
εμείς αξιώσουμε
εσείς αξιώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αξιώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αξίωνε
εσείς αξιώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αξίωσε
εσείς αξιώστε
Απαρέμφατο αορίστου
αξιώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αξιώνομαι
εσύ αξιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αξιώνεται
εμείς αξιωνόμαστε
εσείς αξιώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αξιώνονται
Παρατατικός
εγώ αξιωνόμουν
εσύ αξιωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αξιωνόταν
εμείς αξιωνόμασταν
εσείς αξιωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αξιώνονταν
Αόριστος
εγώ αξιώθηκα
εσύ αξιώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αξιώθηκε
εμείς αξιωθήκαμε
εσείς αξιωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αξιώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αξιωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αξιωθώ
εσύ αξιωθείς
αυτός / αυτή / αυτό αξιωθεί
εμείς αξιωθούμε
εσείς αξιωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αξιωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αξιώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αξιώσου
εσείς αξιωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αξιωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary