Conjugation of αξιώνω
a.ksiˈo.noθεωρώ κάποιον άξιο μιας ικανοποίησης, δίνω σε κάποιον την ικανοποίηση (να χαρεί κάτι) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αξιώνω |
| εσύ | αξιώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιώνει |
| εμείς | αξιώνουμε |
| εσείς | αξιώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | αξίωνα |
| εσύ | αξίωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξίωνε |
| εμείς | αξιώναμε |
| εσείς | αξιώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξίωναν |
Αόριστος
| εγώ | αξίωσα |
| εσύ | αξίωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξίωσε |
| εμείς | αξιώσαμε |
| εσείς | αξιώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξίωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αξιώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αξιώσω |
| εσύ | αξιώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιώσει |
| εμείς | αξιώσουμε |
| εσείς | αξιώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αξίωνε |
| εσείς | αξιώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αξίωσε |
| εσείς | αξιώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αξιώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αξιώνομαι |
| εσύ | αξιώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιώνεται |
| εμείς | αξιωνόμαστε |
| εσείς | αξιώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | αξιωνόμουν |
| εσύ | αξιωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιωνόταν |
| εμείς | αξιωνόμασταν |
| εσείς | αξιωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | αξιώθηκα |
| εσύ | αξιώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιώθηκε |
| εμείς | αξιωθήκαμε |
| εσείς | αξιωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αξιωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αξιωθώ |
| εσύ | αξιωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιωθεί |
| εμείς | αξιωθούμε |
| εσείς | αξιωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αξιώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αξιώσου |
| εσείς | αξιωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αξιωθεί |