Conjugation of αξιοποιώ
χρησιμοποιώ κάτι (ή κάποιον) εκμεταλλευόμενος ό,τι θετικό έχει να προσφέρει Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αξιοποιώ |
| εσύ | αξιοποιείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιοποιεί |
| εμείς | αξιοποιούμε |
| εσείς | αξιοποιείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιοποιούν |
Παρατατικός
| εγώ | αξιοποιούσα |
| εσύ | αξιοποιούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιοποιούσε |
| εμείς | αξιοποιούσαμε |
| εσείς | αξιοποιούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιοποιούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αξιοποίησα |
| εσύ | αξιοποίησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιοποίησε |
| εμείς | αξιοποιήσαμε |
| εσείς | αξιοποιήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιοποίησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αξιοποιήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αξιοποιήσω |
| εσύ | αξιοποιήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιοποιήσει |
| εμείς | αξιοποιήσουμε |
| εσείς | αξιοποιήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιοποιήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αξιοποιείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αξιοποίησε |
| εσείς | αξιοποιήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αξιοποιήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αξιοποιούμαι |
| εσύ | αξιοποιείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιοποιείται |
| εμείς | αξιοποιούμαστε |
| εσείς | αξιοποιείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιοποιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | αξιοποιούμουν |
| εσύ | αξιοποιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιοποιούνταν |
| εμείς | αξιοποιούμασταν |
| εσείς | [αξιοποιούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιοποιούνταν |
Αόριστος
| εγώ | αξιοποιήθηκα |
| εσύ | αξιοποιήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιοποιήθηκε |
| εμείς | αξιοποιηθήκαμε |
| εσείς | αξιοποιηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιοποιήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αξιοποιηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αξιοποιηθώ |
| εσύ | αξιοποιηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιοποιηθεί |
| εμείς | αξιοποιηθούμε |
| εσείς | αξιοποιηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιοποιηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αξιοποιείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αξιοποιήσου |
| εσείς | αξιοποιηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αξιοποιηθεί |